Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

O κύριος άγνωστος Ημέρα 4η


Ο ήχος του κόκορα ήταν αρκετός για να χαλάσει τον άσχημο ύπνο μου. Το βράδυ ήταν πολύ ζεστό και τα τζιτζίκια πολύ επίμονα. Το πρωινό αεράκι έσπρωξε τα ξύλινα φύλα απ το παράθυρό μου και μια δέσμη φωτός μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου. Όλη η ζωντάνια του κόσμου που ακούγονταν να καλημερίζει ο ένας τον άλλον με έκανε να πεταχτώ απ το κρεβάτι. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού πάντα μου άρεσε. Γι αυτό άλλωστε συμπαθούσα το πρωινό ξύπνημα. Κάθε μέρα η ζεστασιά αυτής της μυρωδιάς με οδηγούσε ως την αυλόπορτα του σπιτιού μου, όπως και σήμερα. Τράβηξα το βαρύ παράτι, πήρα μια βαθιά ανάσα κοιτώντας την ανατολή και ξεκίνησα για το φούρνο. Όταν έφτασα τα καρβέλια ήταν βαλμένα σε μεγάλα πανέρια και ο κυρ Παναγιώτης ξεκουράζονταν πάνω σε ένα κομένο κορμό δέντρου, που το είχε κάνει σκαμπό κρατώντας το κοντάρι με το οποίο σπρώχνει το ψωμί στο φούρνο.
- Καλημέρα κυρ Παναγιώτη.
- Καλημέρα και σε εσένα. Τί κάνεις;
- Καλά, βάλτε μου ένα κιλό ψωμί σταρένιο ζυμωτό. Ο κυρ Παναγιώτης έβαλε το ψωμί μέσα σε μια χάρτινη σακούλα και μου έγνεψε να πάω να μου μιλήσει μέσα στο δωμάτιο που υπήρχε ο ξυλόφουρνος.
- Παιδί μου σήμερα ήρθε ένας πολύ παράξενος άνθρωπος και ζητούσε να μάθει για τον παππού σου. Κάτι μου έλεγε για λήμνια γη, για θησαυρό, για άρες μάρες κουκουνάρες, πρόσεχε. Με ρωτούσε που μένει, δε του είπα γιατί με φόβησε. Τώρα κάθεται στο καφενείο. Πέρνα να τον δεις.
- Ευχαριστώ κυρ Παναγιώτη.
- Τί είναι η Λήμνια γη ; Εσύ πας σχολείο και θα ξέρεις.
- Είναι ένα είδος χώματος που βγαίνει μόνο στο νησί μας και έχει θεραπευτικές ιδιότητες
Ο πλακόστρωτος δρόμος με οδήγησε κατευθείαν στην πλατεία του χωριού. Το καφενείο ήταν γεμάτο κόσμο, που μώλις είχε τελειώσει τις πρωινές εργασίες. Άλλος ασχολείται με τις κότες, άλλος πήγε να αρμέξει, άλλος να κλαδέψει το αμπέλι του. Ήταν όλοι εκεί: ο κυρ Άγγελος, ο κυρ Παντελής, ο κυρ Αντρέας, ο βουβός και ανάμεσά τους ένας άγνωστος. Ο άγνωστος για τον οποίο μου μιλούσε ο φούρναρης. Ο ίδιος φαινόταν άνετος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δε μπορώ βέβαια να πω το ίδιο και για τους υπόλοιπους. Ήταν σαν να είχαν καταποιεί τη γλώσσα τους. Τί να πουν; Και αν ο ξένος ήταν κάνας <<γραμματιζούμενος>> και τους έλεγε χωριάτες όταν άκουγε για το πρωινό άρμεγμα ή για την <<άτιμη την παλιόκοτα>> που δε <<κλωσά>> τα <<έρμα>> τα αυγά. Όλοι ένιωθαν ότι όφειλαν να δείξουν ανώτερο πολιτισμό. Άλλωστε το νέο ξενοδοχείο το Varos Village δε τους άφηνε περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Τέλος έπρεπε να αλλάξουν, να γίνουν σαν τους <<πρωτευουσιάνους>>.
Ο άγνωστος ,λοιπόν κάθονταν ήρεμος και έπινε το καφέ του κιτώντας το κινητό του. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος με μεγάλη καλάφρα και τεράστια γυαλά ηλίου. Το πρόσωπό του (όσο είχε μείνει απ το γυαλί) φαινόταν σκοτεινό. Ξαφνικά στράφηκε προς την παρέα του κυρ Χρήστου τους κοίταξε και ρώτησε με μεγάλη βαριά φωνή. <<Πού μένει ο κυρ Χαράλαμπος;>>. Σκέφτηκα να τρέξω, να φωνάξω μη του πείτε τίποτα, αλλά ο κυρ Χρήστος τον ενημέρωσε δυστυχώς με το νι και με το σίγμα
adamhbl

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου