Μερικές φορές νιώθω ότι θέλω να φύγει το ταβάνι απ το δωμάτιό μου, να σβήσουν όλα τα φώτα και να αφεθώ στη μαγεία του νυκτερινού ουρανού. Το ίδιο μάλλον θα ένιωθε και ο παππούς μου όταν έφτιαχνε την αποθήκη του. Έτσι ακριβώς πάνω από την πόρτα άνοιξε ένα παράθυρο που κοιτά κατευθείαν στα αστέρια του ουρανού. Ο ήχος μιας βαριάς μηχανής διέκοψε αμέσως τις σκέψεις μου. Θα είναι το αγροτικό του θείου μου σκέφτηκα και βιάστηκα κλείσω την ετοιμόρροπη πόρτα της αποθήκης για να δω αν ήθελε βοήθεια. Συνήθως με έπαιρνε μαζί του όταν αγόραζε ένα καινούργιο άλογο. Του άρεσε να βλέπει τον ενθουσιασμό μου που ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό μου όταν αντίκριζα το νέο άλογο.
Αφού κλειδαμπάρωσα την πόρτα κατευθύνθηκα προς την ξέφραγη αυλή έξω απ το σπίτι του παππού Προς μεγάλη μου έκπληξη αντί για το αγροτικό ένα μεγάλο τζιπ άστραφτε κάτω από το πρωινό ήλιο. Σίγουρα θα ήταν ο άγνωστος που συνάντησα χτες, αμέσως με αυτή τη σκέψη τα λόγια του φούρναρη αντήχησαν σαν αντίλαλος μέσα στα αυτιά μου και χωρίς να ξέρω το λόγο ένιωσα πολύ φοβισμένος Μες στο πανικό μου το μυαλό μου γύριζε με χιλιάδες στροφές. Έπρεπε να μάθω περισσότερα για αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω δεν είναι σωστό να ανοίγεις ξένα αμάξια, ούτε να ψάχνεις τα πράγματα των άλλων, όμως... κλακ... η πόρτα του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτή και μάλλον θα ήταν η μοναδική ευκαιρία να συλλέξω μερικές πληροφορίες για τις προθέσεις του. Στη θέση του συνοδηγού ήταν αφημένα μερικά χαρτιά. Ένα εισιτήριο για την Τουρκία, η διεύθυνση μια φαρμακευτικής εταιρίας στη Τουρκία και ... μια δερμάτινη ατζέντα... την ανοίγω και ήταν γεμάτη τηλέφωνα. Πρόλαβα να γράψω μερικά τηλέφωνα πριν ακούσω το παππού μου να αποχαιρετά τον άγνωστο άντρα. Από τη βιασύνη μου έπεσα φαρδύς πλατύς στο χώμα και μες στην αμηχανία μου έκλεισα με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου.
- Τί συμβαίνει, τί κάνεις εκεί;
- Εεεε τίποτα.
- Και γιατί πειράζεις το αμάξι μου. (στρίγγλισε με την άχαρη φωνή του)
- Εε να είχατε ξεχάσει το παράθυρο απ το αμάξι ανοιχτό και μπήκε κατά λάθος μέσα μια κότα και την έβγαλα.
- Και πού είναι η κότα;
- Στη μάντρα (απάντησε ο παππούς, μη έχοντας καταλάβει προφανώς την άσχημη θέση μου).
- Με δουλεύετε;
- Στη μάντρα είναι η άλλη κότααα και εε εε αυτή η κότα τώρα έφυγε.
- Που να πάρει (συμπλήρωσε ο παππού που κατάλαβε την αμηχανία μου).
Ο ψηλός άντρας ετοιμάστηκε να μας πει κάνα δυο βαριές κουβέντες, αλλά πριν προλάβει να πει κιχ, το κινητό του άρχισε να χτυπά και με απίστευτη σβελτάδα το έπιασε και το έβαλε στο αυτή του και μαζεύτηκε σαν βρεγμένη... κότα.
- Ναι αφεντικό, μάλιστα αφεντικό, τον βρήκα αφεντικό, μιλήσαμε, ναι αφεντικό.
Δεν άκουσα τίποτα άλλο. Ο θόρυβος απ τη μηχανή που πήρε μπρος κάλυψε τη φωνή του. Έστριψε το τιμόνι και απομακρύνθηκε
<<Έλα μέσα>> μου φώναξε ο παππούς που ήδη περνούσε κάτω από το θεόρατο κλίμα του για να καθίσει στο σκαμπό της βεράντας του.
- Τί σε ήθελε παππού;
- Τί να με θέλει; Ανόητος άνθρωπος. Ούτε να μιλήσει δε μπορούσε. Με ρωτούσε μέσα απ το χαρτί, γραμμένα του τα είχανε!
- Παππού θέλω να μου πεις ακριβώς τι σε ρώτησε.
- Θα σου πω, αύριο όμως, τώρα πρέπει να ποτίσω τα λουλούδια γιατί ο μεσημεριανός ήλιος δεν είναι καλός για το πότισμα Πρέπει
- ...Να εκμεταλλευόμαστε τη πρωινή δροσιά, ξέρω, ξέρω.
- Αν θες μπορείς να με βοηθήσεις. Πιάσε αυτό το κουβά.
Ήταν ένα κουβάς χωμένος μέσα στο χώμα, πλάι στις πανέμορφες σαρδελιές. Τον τράβηξα απ το χώμα και... χιλιάδες πεταλούδες με φανταχτερά χρώματα πετάχτηκαν και γέμισαν τον ουρανό χορεύοντας το δικό τους νερό. Κοίταξα τον παππού και του χαμογέλασα. Ήξερε να με εντυπωσιάζει, να με κάνει να νιώθω ωραία.
- Θα τα πούμε αύριο, θα σου μαζέψω και άλλες.
- Ευχαριστώ.
Άνοιξα την αυλόπορτα για να φύγω, ενώ το νερό που πετούσε με πίεση από μακριά ο παππούς μου για να ποτίσει τις μυγδαλιές πέρα απ το φράχτη σχημάτισε ένα ουράνιο τόξο.
adamhbl
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου