Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Οι τουρίστες Ημέρα 11η

___Σε ένα χωριό με λιγότερους από 200 κατοίκους, όπως το δικό μου, είναι λογικό να γνωριζόμαστε όλοι πάρα πού καλά μεταξύ μας και αυτό όχι γιατί ένας άνθρωπος δε μπορεί να γνωρίζει πάνω από 200 άτομα, αλλά γιατί αν υπάρχουν αν υπάρχουν περισσότεροι χάνει το κοινωνικό του ενδιαφέρον. Χάνει αυτό το συναίσθημα που του λέει : <<Καλά επιτρέπεται να μην το ξέρεις>>. Έτσι εγώ θα έλεγα ότι οι κάτοικοι των μικρών χωριών, όπως το δικό μου δεν είναι περισσότερο κουτσομπόληδες από τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, απλά η κοινωνία στην οποία ζουν είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούν να την επεξεργάζονται και να την ελέγχουν. Για τους ανθρώπους των πόλεων αυτή η μικρή κοινωνία προσώπων υπάρχει , αλλά όχι στην πραγματική τους ζωή. Υπάρχει μέσα σε ένα κουτί που λέγεται ΤV. Εκεί λοιπόν και αυτοί με τη σειρά τους εμφανίζουν αυτή την έμφυτη τάση του ανθρώπου να κρίνει τους άλλους, να κουτσομπολέψει.
___Όλα αυτά τα αναφέρω για να καταλήξω στο ότι ένας ξένος που θα έρθει στο χωριό μας δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει απαρατήρητος. Έτσι αν και ο ίδιος νιώθει άγνωστος μεταξύ αγνώστων στην πραγματικότητα είναι πράγματι άγνωστος , αλλά μεταξύ γνωστών.
____Το πρωί, λοιπόν με τη δροσούλα, όπως έλεγε και η γιαγιά μου, πήγα προς το περίπτερο για να αγοράσω φρέσκο καφέ και ζάχαρη. Ξέρω ότι τα πράγματα αυτά συνήθως τα βρίσκεις σε markets, αλλά εν πάση περιπτώσει το δικό μας περίπτερο είναι άλλων προδιαγραφών. Προς μεγάλη μου έκπληξη στο περίπτερο ήταν δύο παιδιά, περίπου στην ηλικία μου, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η κυρία Στεριανή, η περιπτερού είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με τα κακόμοιρα τα παιδάκια. Τα έκανε κανονική ανάκριση. Αν κρίνω από την έκφραση του προσώπου τους θα έλεγα ότι είχαν φρικάρει.
___Εγώ , έχοντας ακούσει τη χτεσινή συζήτηση της μητέρας μου στο τηλέφωνο, χαιρόμουνα με την παρουσία των παιδιών γιατί καταλάβαινα ότι ήταν τα παιδιά με τα οποία πιθανώς να κάναμε παρέα, κατά τα λεγόμενα της μαμάς μου και πιθανώς να περνούσαμε φανταστικές περιπέτειες για το υπόλοιπο του καλοκαιριού κατά τη δική μου άποψη.
___Επειδή δεν ήθελα να διακόψω τη κυρία Στεριανή από την ανάκρισή της, την άφησα να την ολοκληρώσει. Περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου για να μιλήσω και εγώ στους νεοφερμένους. Περίμενα … περίμενα … περίμενα… και … έφυγα. Κρίμα τα παιδάκια, τα ζάλισε. Ήξερε αυτή τι έκανε. Συνέλεγε πληροφορίες για αργότερα. Με τη δύση του ήλιου, όταν θα μαζεύονταν οι όλες οι μεσήλικες κυρίες στο περίπτερο, αυτές οι πληροφορίες θα γινόταν τροφή για την αδηφάγο φαντασία τους. Χιλιάδες εκδοχές, χιλιάδες εικασίες, χιλιάδες προβλέψεις θα γεννιόντουσαν γι αυτά τα παιδιά και για όλο τους το σόι γενικά εκείνο το βραδάκι.
___Γύρισα σπίτι με άδεια χέρια και η μητέρα μου με ρώτησε αν ήταν κλειστό το περίπτερο. Εγώ της περιέγραψα την όλη σκηνή και αυτή χαμογέλασε. Μου είπε ότι οι γονείς των παιδιών ήταν πολύ καλοί οικογενειακοί μας φίλοι.
___Ήξερε που έμεναν και μου πρότεινε να πάω με τον αδελφό μου για να τους χαιρετίσουμε, καθώς οι αδελφές μας δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα. Εγώ δεν αισθανόμουν αρκετά έτοιμος για να κάνω πρωί πρωί γνωριμίες, οπότε και πρότεινα να τους επισκεφτούμε όλοι μαζί το απόγευμα.
___Ο αδελφός μου και εγώ μόλις είχαμε τελειώσει τις πρωινές μας υποχρεώσεις. Ταΐσαμε τις κότες, πήραμε νερό, ποτίσαμε τις ντομάτες, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες, κάναμε τα σημερινά ψώνια. Ήμασταν αρκετά κουρασμένοι, αλλά όχι τόσο , ώστε να περάσουμε το υπόλοιπο της πανέμορφης ημέρας κλεισμένοι μέσα στο σπίτι. Αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα με τα ποδήλατα. Τους δρόμους τους γνωρίζαμε απ έξω και ανακατωτά και δε μας προσέλκυαν πια. Έτσι αποφασίσαμε να διασχίσουμε με τα ποδήλατα μια πορεία η οποία θα διέσχιζε τα χωράφια και θα περνούσα πάνω από τους μικρούς λόφους του χωριού.
___Δε λέω η θέα ήταν φοβερή, όπως και η αίσθηση του μεγέθους του κατορθώματός μας, αλλά εξαντληθήκαμε με όλη τη σημασία της λέξης.
- Δεν αντέχω άλλο.
- Ούτε εγώ.
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Κοίτα να δεις. Από εδώ, μέχρι πίσω στο χωριό είναι κατηφόρα.
- Εντάξει κατεβαίνουμε απ το βουνό, και μετά;
- Μετά σταματάμε στην πρώτη σκιά.
___Η ζέστη ήταν υπερβολική και ο ήλιος δεν έδειχνε καμία κατανόηση για τη δυσαρέσκεια που μας προκαλούσε. Ήμασταν όμως χαμογελαστοί καθώς νιώθαμε ότι ήμασταν οι πρώτου που είχαμε ανέβει τους λόφους με τα ποδήλατα.
___Διαλέξαμε να σταματήσουμε στην κεντρική εκκλησία του χωριού. Από τη δεξιά της πλευρά υπήρχε μια βρύση με δροσερό πόσιμε νερό. Τα γέρικα δέντρα που έγειραν από πάνω της δημιουργούσαν το ιδανικότερο σημείο για μια καλοκαιρινή μέρα όπως τη σημερινή. Τα ερείπια τη; Παλιάς εκκλησίας, η οποία καταστράφηκε από μία πυρκαγιά ήταν οι πιο αναπαυτικές θέσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έβαλα τις χούφτες μου κάτω από τη βρύση και άρχισα να ρουφάω νερό με όλη μου τη δύναμη. Ένιωθα το δροσερό νερό να περνάει από το λαιμό μου και να καταλήγει στο στομάχι μου. Υπέροχα!
___Καθίσαμε αρκετή ώρα σ αυτό το σημείο γελώντας με διάφορα πράγματα, όπως με το ανοιγμένο φερμουάρ του μπαρμπαΚώστα, που τον είδαμε να περνά. Προς μεγάλη μου έκπληξη και χαρά διέκρινα ανάμεσα από τα σιδερένια κάγκελα της εκκλησίας τον Κώστα και την Ελένη και προς μεγάλη μου έκπληξη και χαρά διαπίστωσα ότι κατευθυνόντουσαν προς το μέρος μας. <<Αυτά είναι τα παιδιά που σου έλεγα>> είπα στον αδελφό μου ψιθυριστά.
- καλημέρα σας.
- Καλώς ήλθατε. Πώς σας φαίνεται το χωριό
- Είναι χάλια, απαίσιο, φρικτό. Απορώ πώς ζείτε σ αυτό το χάλι.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια μου ήρθε να τους πιάσω απ το μαλλί και να τους ανεβάσω πάνω στο ψηλότερο λόφο για να σουν και αυτοί την πανέμορφη θέα και να αλλάξουν γνώμη.
- Είναι η πρώτη σας ημέρα, θα δείτε, θα το λατρέψετε.
- Επειδή εσείς είστε χωριάτες και σας αρέσει το χωριό σας, (είπε η Ελένη) δε σημαίνει ότι αρέσει σε όλους τους ανθρώπους.
- Έλα Ελένη, μην είσαι τόσο παράξενη (συμπλήρωσε ο Κώστας) είναι σίγουρος ότι τα χωριατόπαιδα από δω θα ξέρουν πώς να περνούν την ώρα τους καλά.
Ο αδελφός μου δε συγκρατήθηκε και διέκοψε απότομα τη γνωριμία μας με τα λιτά και περιεκτικά λόγια του.
- Αν δεν εξαφανιστείτε μέχρι το τρία, ξιπασμένα παλιόπαιδα θα σας βάλλω να φάτε ντόπια λάσπη, οικολογική.
- Πάμε Κώστα. Αυτοί είναι αγροίκοι.
Απομακρύνθηκαν με γρήγορο βηματισμό χωρίς να έχουν καταλάβει πόσο άσχημα είχαμε καταλάβει πόσο άσχημα τους είχαμε μιλήσει. Όλοι μας πιστεύαμε ότι η δική μας συμπεριφορά ήταν κόσμια, ενώ οι άλλοι, χωρίς να υπάρχει λόγος, μας συμπεριφέρθηκαν με μεγάλη αγένεια.
___Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι, η μητέρα μας, μας ρώτησε αν έτυχε να συναντήσουμε ότι δεν είχαμε δει κανένα. <<Μην ανησυχείτε>> είπε <<θα τους γνωρίσετε το απόγευμα>>. Πού να ήξερε…
- τώρα τι θα κάνουμε (με ρώτησε ο αδελφός μου)
- δε ξέρω για σένα, αλλά εγώ θα κάνω τον άρρωστο. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδώ αυτούς τους ανόητους.
- Μαζί σου κι εγώ. Πυρετό ή πονόκοιλο.
- Πυρετό για να είμαστε σίγουροι.
Γελάσαμε και χαρήκαμε με τη φαίνει μας ιδέα. Σίγουρα θα μας έβγαζε από μεγάλους μπελάδες…

varostory
by adamhbl next

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου