Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

το απόγευμα

____Το απόγευμα, όταν έφτασε η ώρα για να επισκεφτούμε τους νεοφερμένους και πριν αρχίσουμε να διαμαρτυρόμαστε ότι μας πονούσε το κεφάλι μας κτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η μητέρα μας πήγε να ανοίξει. Από την έκφρασής της μόλις άνοιξε την πόρτα κατάλαβα ότι ήταν κάποιος πολύ γνωστός. Αγκαλιάστηκαν σαν να είχαν να συναντηθούν χρόνια και έπειτα κάθισαν στην βεράντα του σπιτιού μας. Η μητέρα μου τους άφησε για λίγο έξω μόνους τους για να ετοιμάσει καφέ για να τους προσφέρει.
- Παιδιά πηγαίνετε να χαιρετήσετε τους ανθρώπους.
- Ποιοι είναι;
- Είναι οι γνωστοί που σας λέγαμε, που ήρθαν με τα παιδιά τους για παραθέριση.
- Μα δεν υποτίθεται ότι θα πηγαίναμε εμείς να τους χαιρετήσουμε.
- Ναι, αλλά τα παιδιά τους αρρώστησαν και έτσι αποφάσισαν να έρθουν αυτοί να μας δουν χωρίς τα παιδιά τους.
Οι αδελφές μου βγήκαν πρώτες για να χαιρετήσουν. Εγώ και ο αδελφός μου αρκεστήκαμε σε ένα από <<καλησπέρα>>.
- Πέτρο (είπα στον αδελφό μου) λες πράγματι να αρρώστησαν;
- Δε ξέρω. Λες να κάνουν και αυτοί τους αρρώστους για να μην μας ξαναδούν;
- Ναι. Λογικό δεν είναι; Ανταλλάξαμε πολύ έντονες κουβέντες.
Οι αδελφές μου μπήκαν και αυτές μέσα στο σαλόνι και μας βρήκαν καθισμένους μπροστά από την τηλεόραση, έτοιμους για playstasion.
- Σηκωθείτε. Θα πάμε να δούμε πως είναι τα παιδιά, ο Κώστας και η Ελένη.
- Αποκλείεται.
- Εντάξει, πάω να πω στη μαμά ότι δεν θέλετε να έρθετε μαζί μας.
- Πού είναι τώρα η μαμά;
- Κάθετε μαζί με τον κύριο Νίκο και την κυρία Νεκταρία.
- Όχι, μη πας, αλλάξαμε γνώμη, θα έρθουμε μαζί σας.
____Δε θέλαμε να φανούμε αγενείς αντικοινωνικοί, αλλά ούτε θέλαμε να ξαναδούμε τα κακομαθημένα. Βρισκόμασταν σε αδιέξοδο. Όπως ήρθαν τα πράγματα, όμως, η ζυγαριά αναγκαστικά έγειρε προς τη μεριά ακμής μιας συνάντησης με τα πρωτευουσιάνικα.
____Στην άλλη μεριά του χωριού. Δύο παιδάκια ήταν πολύ ευχαριστημένα με την απόφασή τους να κάνουν του άρρωστους και να αποφύγουν έτσι μία ακόμα συνάντηση με τα <<χωριατόπαιδα>>.
- Καλά ήμαστε φοβεροί.
- Κόλλα το αδελφέ μου, άπαιχτη ιδέα.
- Δεν υπάρχει περίπτωση, όχι μόνο να κάνω παρέα μ αυτούς τους αγροίκους, αλλά ούτε και να τους ξαναδώ.
- Ναι, ναι, δεν πρόκειται ούτε να τους ξαναδούμε.
- Ποτέ των ποτών.
- Ούτε μία στο εκατομμύριο.
Τακ, τακ, ακούστηκε ο χτύπος της πόρτας.
- Καλά δεν έχουν κλειδιά; Δε κατάλαβαν ότι είμαστε άρρωστοι;
- Μπορεί να μην είναι ο μπαμπάς και η μαμά.
- Και ποιος να είναι; Ρώτησε κατατρομαγμένη η Ελένη.
- Δε ξέρω ίσως…
Τακ, τακ, ακούστηκε για ακόμα μια φορά ο χτύπος της πόρτας.
- Μάλλον θα πρέπει να ανοίξουμε.
- Άντε Κωστάκη. Τί το λες και δε το κάνεις;
Ο Κώστας άρχισε να περπατά με αργό αλλά σταθερό βήμα προς την πόρτα, ενώ η Ελένη απ την άλλη άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας από αυτή φωνάζοντας βοήθεια.
Εμείς βρισκόμασταν πίσω από την πόρτα και περιμέναμε τους ανόητους να μας ανοίξουν. Βοήθειααααα ακούσαμε τη φωνή της Ελένης μέσα από το σπίτι.
- Α αυτά δεν πάνε καλά (παρατήρησε ο αδερφός μας).
- Εγώ λέω να φύγουμε.
Οι αδερφές μου είχαν μείνει άφωνες από τη στριγκλιά της Ελένης και συμφώνησαν να φύγουμε από αυτό το αφιλόξενο μέρος, όταν ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και πετά το κεφάλι του απ έξω ο Κώστας.
- Παρακαλώ!
Περιττό να πω ότι σκάσαμε στα γέλια με τη γελοία του εμφάνιση.
- Τί βρίσκετε τόσο αστείο;
Ο Κώστας είχε στα μαλλιά του ένα κοκαλάκι της αδερφής του. Προφανώς όση ώρα ήταν μέσα η Ελένη θα δοκίμαζε τα κοκαλάκια της στο κεφάλι του Κώστα, που είχε πλούσια καστανά μαλλιά, για να διαλέξει το καλύτερο. Εγώ δε θα καθόμουν να μου κάνουν τέτοιο ρεζίλεμα ούτε με σφαίρες.
Η Ελένη που άκουγε τα γέλια μας ξεθάρρεψε και πλησίασε την πόρτα, την άνοιξε καλά και έβγαλε το κοκαλάκι απ τα μαλλιά του Κώστα.
- Γεια παιδιά, είμαι η Ελένη.
- Εγώ είμαι ο Κώστας. Χαιρόμαστε που σας βλέπουμε και σας ξαναβλέπουμε.
Το βλέπουμε μάλλον πήγαινε στις αδερφές μου και το ξαναβλέπουμε σε εμάς.
- Και εμείς χαιρόμαστε που σας ξαναβλέπουμε, απαντήσαμε εμείς.
Μείναμε αμίλητοι για μερική ώρα.
- Μήπως θέλετε να περάσετε μέσα πρότεινε με ένα πλατύ χαμόγελο η Ελένη.
- Σίγουρα δεν ενοχλούμε; Ρώτησε ο αδερφός μου.
- Τι λες τώρα φιλαράκι; Τι να ενοχλείτε; Κοιμάται το μωρό; Είπε ο Κώστας γελώντας μόνος του, μέχρι που κατάλαβε ότι δε γελά κανείς άλλος και σταμάτησε.
- Ωραία ας καθίσουμε τότε, συμπλήρωσα εγώ.
- Ναι, ναι , ελάτε, καθίστε από δω.
- Ευχαριστούμε Ελένη.
Καθίσαμε όλοι γύρο, γύρο από ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, στολισμένο με ένα πανέμορφο βάζο.
- Ξέρετε, εμένα μου αρέσει να κάθομαι πάντα στην κορυφή του τραπεζιού, είπε ο Κώστας.
- Το τραπέζι αυτό, δεν είναι στρογγυλό; Ρώτησε η μεγάλη μου αδερφή.
- Εεε, ναι, και γι αυτό θα συμπλήρωνα ότι δυστυχώς δε μπορώ να κάτσω στην κορυφή σήμερα, αν και είμαι κορυφαίος, άπαιχτος, αρχηγός, βασιλιάς της αυγής, ιππότης της αυτοκρατορίας….
Σταμάτησε απότομα με ένα σκούντημα της αδερφής του, ενώ είχε σηκωθεί όρθιος από ένα συναίσθημα ιπποτισμού και ενώ ετοιμαζόταν να πε και άλλα. Εμείς οι υπόλοιποι τον κοιτούσαμε με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια ορθάνοιχτα.
- Παιδιά, είπε η Ελένη, ο αδερφός μου θέλει να πει ότι έχουμε ένα φοβερό επιτραπέζιο με βασιλιάδες και ιππότες που θέλει να το πάρει για να παίξουμε, έτσι Νίκο;
- Φυσικά, ναι, φυσικά, ναι, ναι, ναι, χα, χα, χα, χα, χα, χα, χα, χα, ,χα ,χα , χα, χα, χα, χα, … χα, …. Χα, …. Χα….χ …..α .
Δε ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται ότι ο Κώστας αισθανόταν λίγο αμήχανα.
Ακολουθεί μία μακριά σιωπή, η οποία τελικά διακόπτεται από ένα φοβερό και αθέλητο αέριο, που ακούστηκε να προέρχεται απ τη μεριά του Κώστα. Περιττό να αναφέρω ότι έγινε κατακόκκινος απ την ντροπή του. Η αδερφή του έπιασε το κεφάλι της κουνώντας το πέρα δόθε και εμείς ευτυχώς καταφέραμε να μη γελάσουμε καθόλου.
- Ωραία και τώρα που έσπασε ο πάγος, είπε ο Κώστας, θα σας πρότεινα να μας προτείνετε να πάμε μια βόλτα, για να γνωρίσουμε το πανέμορφο χωριό σας.
- Μα και βέβαια, απάντησα εγώ, που δε πίστευα στα αυτιά μου. Μήπως τελικά τους είχαμε παρεξηγήσει;
Πάνω που ετοιμαστήκαμε όλοι να ανοίξουμε την πόρτα και να βγούμε έξω, άνοιξε η πόρτα από μόνη της και μπήκαν μέσα ο κύριος Νίκος και η κυρία Νεκταρία.
- Παιδιά ετοιμάζεστε να φύγετε; Τα είπατε με τα παιδιά;
- Με τα παιδιά τα είπανε, πετάχτηκε η Ελένη, αλλά δε φεύγουν, θα πάμε μαζί μια βόλτα.
- Δεσποινίς μου, απάντησε ο κύριος Νίκος, μόλις πριν λίγο είχατε 40 πυρετό και εσύ και ο αδερφός σου! και τώρα θα βγείτε έξω; Να περάσει και η αυριανή ημέρα και βλέπουμε.
- Ούτε αύριο δε θα βγούμε έξω, ρώτησε με δακρυσμένα μάτια ο Κώστας.
- Ούτε αύριο.
- Την πατήσαμεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε, ξεφώνησε αυθόρμητα.
Εγώ γελούσα από μέσα μου με το πάθημά τους, αλλά τους λυπόμουν παράλληλα.
- Μη στεναχωριέστε, αύριο θα έρθουμε πάλι το πρωί και θα οργανώσουμε μαζί μία εξόρμηση στη φύση για μεθαύριο.
- Σε ευχαριστούμε πολύ, είπε η Ελένη, σας ευχαριστούμε όλους παιδιά.
Μάλλον είναι καλά παιδιά σκέφτηκα από μέσα μου, ενώ απομακρυνόμασταν.
- Θα πάμε αύριο εε παιδιά;
- Ναι, απάντησαν όλοι.
varostory by adamhbl

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου