<<αυτός ο νεαρός λοιπόν>>, ξεκίνησε να αφηγείται ο παππούς <<ρωτούσε αρκετά περίεργα πράγματα. Αχικά με ρωτούσε αν ήξερα κάτι για τη Λήμνια γη. Του ανέφερα ότι αποτελούσε ένα είδος λάσπης με θεραπευτικές ιδιώτητες. Μάλιστα απ ότι φαίνεται, σύμφωνα με τα έγγραφα που μου έδειξε ο προπαππους μου συνεργαζόταν με μία ελληνική εταιρία, που δραστηριοποιούνταν στη Μυκρά Ασία. Σύμφωνα με τα έγγραφα ο πρωπάππους μου ήταν γνώστης της περιοχής απ όπου μπορούσαν να προμηθευτούν οι συνεργάτες του τη θαυματουργή λάσπη. Δε με ρώτησε αν ήξερα και εγώ αυτές τις τοποθεσίες, όπως ο πρωπάππους μου, αλλά ενδιαφερόταν περισσότερο να μάθει το μέγεθος της περιουσίας που είχα και τι δουλιά έκανα.>> Ο παππούς κοίταξε για λίγο το μπαστούνι του και συνέχισε:<< τώρα καταλαβαίνω τη σημασία κάποιων παραμυθιών που μας έλεγαν όταν ήμασταν μικροί για να φάμε το φαγητό μας. Τώρα εξηγούνται όλα. <<Τί παραμύθια σας έλεγαν παππού>> τον ρώτησα. <<Έχεις ακούσει το παραμύθι με τη χρυσή γουρούνα και τα χρυσά γουρουνόπουλα;>>. <<Όχι>> απάντησα κοιτώντας τον με μεγάλη περιέργεια
<<Άκου λοιπόν... Η μακαρίτισσα η μαμμά μου συνήθιζε να μας ταίζει όταν είμασταν μικρά τηγανητές πατάτες, ενώ καθόμαστα πάνο στην κάσα του παραθύρου και κοιτούσαμε τις κότες, τις γάτες και τα σκυλιά που τριγύριζαν ελεύθερα στην μεγάλη αυλή του σπιτιού μας. Σπάνια τρώγαμε γλυκό. Για την ακρίβεια τρώγαμε μια φορά το χρόνο, στην ονομαστική γιορτή του πατέρα μας. Από την προηγούμενη μέρα ετοιμάζονταν ο πατέρας μας, έβαζε τα καλά του ρούχα, έπερνε τον καλό του τρουβά και πήγαινε στην πόλη για να αγοράσει μπακλαβά. Αγόραζε πάντα το μεγαλύτερο ταψί μπακλαβά για να βεβαιωθεί ότι θα φάνε από ένα κομμάτι όλοι οι χωριανοί που θα τον τιμούσαν με την επίσκεψή τους εκείνη την μέρα. Παρολ αυτά όμως ήταν τόσο πολύς ο κόσμος που στην πραγματικότητα ελάχιστοι ήταν εκείνει που προλάβεναν ένα κομμάτι. Ευτυχώς η μητέρα μας φρόντιζε και μας κρατούσε πάντα από ένα κομμάτι για εμάς τα παιδιά. Έλεγε πως δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της να γλύφονται για το γλυκό και στο τέλος μα μην μπορέσουν να φάνε. Έτσι λοιπόν εκείνη την ημέρα μας έλεγε- όποιος δε φάει το φαί του δεν θα φάει και γλυκό- και αδιάζαμε γρήγορα τα πιάτα μας. Άλλες πάλι μέρες υπήρχαν έλλα πράγματα που έλεγε ότι δε θα μας τα δώσει αν δε τρώγαμε το φαγητό μας. Η φούσκα του γουρουνιού που την κάναμε μπάλα, ο σπασμένος καθρευτης, τα χαλασμένα μανταλάκια, ένα κομμάτι ζυμάρι (το παίζαμε σαν πλαστελίνη) αποτελούσαν κίνητρα για να φάμε το φαγητό μας. Υπήρχαν βέβαια και μέρες που δεν είχε να μας προσφέρει τίποτα απ όλα αυτά. Αυτές λοιπόν τις μέρες ήταν που ακούγαμε την ιστορία της χρυσής γουρούνας με τα χρυσά γουρουνάκια. Έλεγε λοιπόν η μητέρα μας ότι τα βράδια η χρυσή γουρούνα με τα δώδεκα γουρουνάκια της, που ζούσε κατω από τη γη άρχιζε και περπατούσε και αυτό δήλωνε ότι φυλούσε κάποιο θυσαυρό. Δυστυχώς για εμάς η γουρούνα αυτή όταν πεινούσε έβγαινε απ τη γη και έτρωγε τα μικρά παιδάκια που δεν ήταν φρόνημα και δεν έτρωγαν όλο τους το φαί. Μετά εμείς που να μη φάμε το φαί μας. Μάλιστα πολλές φορές το βράδυ που πεύταμε για ύπνο ακούγαμε με τον αδελφό σαν να έσκαυε κάτι κάτω από το σπίτι μας. Η μητέρα μας έλεγε ότι ξύμνησε η χρυσή γουρούνα και ότι αν δε κοιμόμασταν θα είχαμε μπελάδες με τη γουρούνα. Συχνά αναφέραμε το γεγονός αυτό στο σχολείο όταν μιλούσαμε για παρόμοιες ιστορίες. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν ακούσει κάτι παρόμοιο με εμάς. Μόνο ο δάσκαλος όταν άκουγε αυτά που λέγαμε χαμογελούσε σαν να ήξερε. Τώρα καταλαβαίνω γιατί το βλέπαμε μερικές φορές γεμάτο με χώμα σαν να έσκαβε όλη τη μέρα και γιατί είχαν άριστη σχέση με τον πατέραμου.>> Ο παππούς σταμάτησε και έμεινε για λίγο σκεφτικός και συνάμα ενθουσιασμένος << Λοιπόν πέρασε αύριο πάλι έχω να σου εξηγήσω ακριβώς τι ζητούσε αυτός ο άντρας>>
Η όλη κατάσταση μου κινούσε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον και την περιέργεια Αποχαιρέτισα τον παππού που ετοιμάζονταν να πάει στις απογευματινές εργασίες του και συνέχισα μέχρι το σπίτι σκεφτικός
- Εεεε Χαράλαμπε τί σκέφτεσαι;
- Ο γεια σου Γιώργο πώς πάει;
- Καλά, έμαθες τίποτα για τα αποτελέσματα των πανελλαδικών;
- Όχι κάτι απόλυτο, αλλά άκουσα ότι οι βάσεις των σχολών θα ανακοινωθούν στις 25 Αυγούστου.
- Αχ μακάρι να έχουμε περάσει εκεί που θέλουμε.
- Ναι. Συμφώνησα και εγώ περισσότερο συγκρατημένα.
- Τα λέμε.
- Έγινε, δε χανόμστε.
Όταν σκέφτομαι τη φοιτητική ζωή που ακολουθεί πάντα είμαι συγκρατημένος. Εμείς που ζούμε στην επαρχία αναγκαστικά πρέπει να φύγουμε και να πάμε να σπουδάσουμε σε άλλη πόλη. Άλλοι χαίρονται που θα ναι μόνοι τους, εγώ όμως φαντάζομαι ότι θα είναι αρκετά δύσκολο, ιδιαίτερα στην αρχή να προσαρμοστείς. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ ότι είχα συνηθίσει να ζω... Για να δούμε. Τώρα το μόνο που με απασχολεί προς το παρόν είναι όσα θα μου πει ο παππούς αύριο και τίποτα άλλο......
adamhbl
next
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου