Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Ληγαριά Ηέρα 6η

Η πρωινή δροσιά ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την ανυπόφορη καλοκαιρινή ζέστη. Συνάντησα τον παππού μου να κάθετε στην πλαστική του καρέκλα και να απολαμβάνει το απαλό άγγιγμα του αέρα κοιτάζοντας τον φουντωμένο κισσό απέναντί του. Φορούσε ένα παλιό πουκάμισο ως συνήθως, ένα τζιν παντελόνι και κρατούσε σφιχτά το αυτοσχέδιό του μπαστούνι από ξύλο λυγαριάς.

Εγώ προσωπικά τη λυγαριά τη γράφω με υ επειδή θεωρώ ότι προκύπτει από το ρήμα λυγώ, όπως ακριβώς λυγά με το αεράκι που βγαίνει από τη θάλασσα. Ο παππούς μου έχει διαφορετική άποψη. Ισχυρίζεται ότι πρέπει να γράφεται με η ως παράγωγο της λέξης λήθη και συγγενική με τη λέξη λήθαργος.


- Όταν βλέπεις μια ληγαριά παιδί μου να τη χαιρετάς, να τη λες γεια σου ληγαριά.


- Γιατί;


- Λένε ότι η ληγαριά ήταν άνθρωπος. Μία πανέμορφη κόρη. Τόση ήταν η ομορφιά της που κανείς δε τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Ζούσε σε ένα αρχοντόσπιτο, μακριά από τα σπίτια του υπόλοιπου χωριού. Εκατοντάδες ήταν αυτοί που τη ζήτησαν από τον πάμπλουτο πατέρα της, μα η ίδια ποτέ δεν τους έβλεπε. Ο πατέρας της φρόντιζε να κάνει τις διαπραγματεύσεις με τα παλικάρια χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα η κόρη του. Ήταν πάρα πολλές οι φορές που έκανε τρομερές συμφωνίες τις οποίες όμως δε μπορούσε να κλείσει εξαιτίας της τελευταίας επιθυμίας της μακαρίτισσας της γυναίκας του. Λίγο πριν πεθάνει κάλεσε τον άνδρα της και του ψιθύρισε τα τελευταία της λόγια << υποσχέσου ότι θα παντευτεί η Ληγαριά όταν πει το ναι η ίδια χωρίς να την πιέσεις>>. Καθώς τέλειωνε τα λόγια της, τα μάτια της καρφώθηκαν τα μάτια της πάνω του περιμένοντας μια απάντηση. <<Σου το υπόσχομαι>> φώναξε με βουρκωμένα μάτια αυτός. Έτσι η Ληγαριά ήταν η μόνη κοπέλα του χωριού, που (χωρίς να το ξέρει) θα παντρευόταν μόνο όταν το ήθελε η ίδια.

Όταν ζεις σε μια κοινωνία που όλες οι γυναίκες παντρεύονται με το λεγόμενο προικοσύμφωνο είναι λογικό αν είσαι γυναίκα να περιμένεις και εσύ να παντρευτείς με τον ίδιο τρόπο. Το ίδιο έκανε και η Ληγαριά. Περίμενε να ρθει μια μέρα ο πατέρας της και να της πει την άλλη Κυριακή παντρεύεσαι, αλλά ο πατέρας της την ρωτούσε απλά αν ήθελε να παντρευτεί τον τάδε και αυτή χωρίς να ξέρει ποιος ήταν αυτός και χωρίς να έχει μάθει να παίρνει πρωτοβουλίες απαντούσε όχι θέλοντας να αφήσει αυτό το ζήτημα στον πατέρα της όπως έκαναν τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας της.

Η κατάσταση αυτή όπως ήταν φυσικό έκανε τα υπόλοιπα κορίτσια του χωριού να τρελαίνονται από τη ζήλια τους. Ζήλευαν την ομορφιά της και τις αμέτρητες προτάσεις για γάμο που είχε (σε αντίθεση με αυτές που παντρεύτηκαν τον πρώτο που τις ζήτησε) και τις απέρριπτε όλες.

Κάποια μέτρα, ενώ στεκόταν στο παράθυρό της και κοιτούσε την αντανάκλαση των δέντρων στο ποτάμι άκουσε ένα ποδοβολητό αλόγο, που όλο και πλησίαζε μέχρι που το άλογο σταμάτησε στην όχθη του ποταμού για να πιει νερό. Πάνω στο άλογο στεκόταν ένας ψηλός και ρωμαλαίος πρίγγιπας. Καθώς γύρισε για να απομακρυνθεί τυχαία τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και μείναν ακίνητα για αρκετή ώρα.

- Πώς σε λένε;

- Ληγαριά.

- Εμένα Αλέξανδρο. Θα ρθω να σε ζητήσω απ τον πατέρα σου.

- Ναι, να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Από τότε οι μέρες κυλούσαν πολύ αργά για την Ληγαριά, που δε έπαυε να σκέφτεται τον όμορφα πρίγκηπα Ήξερε ότι το μόνο πράγμα που θα την εμπόδιζε να τον παντρευτεί ήταν να ξεχάσει το όνομά του. Οι μέρες περνούσαν και ο πατέρας της, της είχε πει πάρα πολλά ονόματα ανδρών, που ζητούσαν το χέρι της, αλλά όχι το όνομα που περίμενε να ακούσει.

Κάποια μέρα το πριγκιπόπουλο επέστρψαι και ζήτησε απ τον πατέρα της το χέρι της κόρης του. Ο πατέρας τηρώντας ακόμα την υπόσχεση που έδωσε στη γυναίκα του έτρεξε να ρωτήσει την κόρη του. Δυστυχώς όμως η Ληγαριά είχε ξεχάσει το όνομα του πρίγκηπα καθώς είχε ακούσει τόσα μα τόσα ονόματα.

- Ληγαριά θες να παντρευτείς τον Αλέξανδρο;

- Όχι. απάντησε αδιάφορα έχοντας ξεχάσει ότι αυτό ήταν το όνομα που εδώ και τόσο και ρό περίμενε να ακούσει.

Ο πατέρας της έφυγε σκεφτικός από το δωμάτιό της και εκείνη έμεινε σιωπηλή να κοιτά από το παράθυρο. Το παλικάρη μώλις άκουσε τα λόγια του πατέρα της έτρεξε στο παράθυρο που την είχε πρωτοσυναντήσει και της φώναξε με δυνατή φωνή <<με ξέχασεεεες Ληγαριά>>. Η Λυγαριά έτρεξε να τον προλάβει αλλά αυτός είχε είδη εξαφανιστεί.

Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα σε όλο το χωριό και το μίσος των υπόλοιπων γυναικών είχε τώρα φουντώσει. Μία γριά μάγισσα, που έψαχνε πάντα την ευκαιρία να εξαφανίσει τη Ληγαριά για να ευχαριστήσει την κόρη της ένιωθε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να το κάνει. Πήγε λοιπόν στον πατέρα της και του έδωσε ένα βότανο. Να το βάλεις να το πιει η κόρη σου για να ξεχάσει το πρίγκηπα και να μη στεναχωριέται πια. Ο πατέρας της που δε άντεχε να τη βλέπει έτσι στεναχωρημένη αποφάσισε να της δώσει το βότανο να το πιει.

- Πιες κόρη μου, θα νιώσεις καλύτερα.

- Ευχαριστώ πατέρα μου.

Τότε έγινε κάτι τρομερό. Ο πατέρας έγινε κάτασπρος από το φόβο του και άρχιζε να φωνάζει καθώς έβλεπε την κόρη του να μετατρέπεται σε θάμνο.

Ο πατέρας πέθανε από τη λύπη του και όλα τα παλικάρια που την είχαν ζητήσει για να τη παντρευτούν έφτασαν για να την χαιρετίσουν με δάκρυα στα μάτια. Γεια σου Ληγαριά Γεια σου Ληγαριά Γεια σου Ληγαριά φώναζαν όλοι τους με αναφιλητά Για να τη θυμούνται έπαιρνα μαζί τους ένα κλωνάρι και το φύτευαν στον τόπο τους. Έτσι ο θάμνος αυτός τώρα βρίσκεται σε πολλά μέρη. Λέγεται πως όσα παλικάρια τη χαρέτησαν παντρεύτηκαν καλές και όμορφες κοπέλες. Λένε ακόμα και σήμερα πως όποιος χαιρετά τη ληγαριά καλοπαντρεύεται.

<<Σου άρεσε η ιστορία>> με ρώτησε ο παππούς μόλις την τελείωσε. <<Ήταν υπέροχη>> του απάντησα.

- Παππού εγώ ήρθα να μου πεις για το ξένο που σε επισκεύτηκε χθες.

- Μα φυσικά, το είχα ξεχάσει, άκου λοιπόν...
adamhbl

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου