Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

όταν μένεις για πάντα ξένος

___Κοιτούσα τον ήλιο. Μπορούσα να τον κοιτάω επειδή δεν ήταν ακόμα πολύ δυνατός. Οι σκιές των δέντρων σχημάτιζαν εικόνες κάτω στο στεγνό χώμα και εγώ προσπαθούσα να μαντέψω την ώρα. Σίγουρα ήταν πολύ νωρίς. Φύσηξε και ο αέρας μετακίνησε τις δροσοσταλίδες από το λουλούδι που κρατούσα. Ξέρεις είναι ωραίο να κρατάς στα χέρια σου λουλούδια και νομίζω ότι μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει όμορφα κρατώντας ένα λουλούδι. Συνέχισα να περπατώ. Η μυρωδιά της θάλασσας έκανε αισθητή την παρουσία της ενώ το θρόισμα του ανέμου, που έπαιζε με τα αλμυρίκια έκανε την ατμόσφαιρα παράξενη. Άφησα το λουλούδι στα χέρια της θάλασσας και κάθισα πάνω σε ένα βράχο κοιτώντας το απέραντό της, την ομορφιά της… τα μάτια της. Έχει η θάλασσα μάτια; Κι αν δεν έχει τότε γιατί δακρύζει;
___Η Λήμνος γέννησε πολλούς ναυτικούς. Στο Βάρος όμως οι άνθρωποι ασχολούνταν κυρίως με τις γεωργικές εργασίες. Η θάλασσα τους φόβιζε γιατί την κύκλωναν ιστορίες σκοτεινές και γεμάτες δυστυχία, τους φόβιζε η ιστορία του μπαρπαγιώργη. Ο μπαρμπαγιώργης ήταν νέος όταν αποφάσισε να ανοιχτεί στο πέλαγος. Είχε μια πανέμορφη γυναίκα και μια μικρή κορούλα που τη λέγανε Μαρίνα. Δεν τις έβλεπε συχνά, στην πραγματικότητα τις έβλεπε μία φορά το χρόνο, όταν το γέρικο πλοίο του αναγκάζονταν να αράξει στο λιμάνι του για να περάσει η βαρυχειμωνιά. Ο μπαρμπαγιώργης είχε τη γυναίκα του και την κόρη του μες το μυαλό του όλο το χρόνο, τις σκέφτονταν συνέχεια. Έτσι όταν γύριζε τις αγκάλιαζε και τις φιλούσε σαν να μην είχε καιρό να τις δει, σαν να μην του λείπανε, όμως μέσα από τα μάτια τους δεν έβλεπε αυτό που θα ήθελε, έβλεπε ένα ξένο. Κάποιο χειμώνα, όταν αναζήτησε την κόρη του αυτή δεν ήταν στο σπίτι. <<Παντρεύτηκε>> του απάντησε η γυναίκα του όταν τη ρώτησε που ήταν.
- Γιατί δε με περιμένατε;
- Να περιμένουμε τι; Γίνονται οι γάμοι το χειμώνα;
Ο μπαρμπαγιώργης κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος για τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε. Είναι αλήθεια πως ένιωθε πάντα ξένος, από παιδί ακόμα. Η μητέρα του είχε πεθάνει στη γέννα και η γυναίκα που παντρεύτηκε ο πατέρας του είχε ήδη δύο δικά της παιδιά. Ένιωθε πάντα πολύ μόνος… μέχρι που γνώρισε την Ειρήνη τη γυναίκα του. Την Ειρήνη την είχε τάξει ο πατέρας της σε ένα πλούσιο ηλικιωμένο, χωρίς να τη ρωτήσει φυσικά. Ο γάμος είχε οριστεί να γίνει τις πρώτες μέρες της άνοιξης, πριν το Πάσχα. Ο μπαρμπαγιώργης και η Ειρήνη αγαπιόντουσαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να κλεφτούν. Κλέφτηκαν πριν τους προλάβει η άνοιξη και παντρεύτηκαν σε ένα εξωκκλήσι, ενώ έπεφτε το τελευταίο χειμωνιάτικο χιόνι.
- Ναι Ειρήνη μου παντρεύονται το χειμώνα, είπε με δάκρυα στα μάτια ο μπαρμπαγιώργης.
Τα μάτια εκείνης όμως δε μπορούσαν να δακρύσουν. Είχαν στεγνώσει περιμένοντας έναν άντρα, που δεν έγινε ποτέ δικός της. Ο μπαρμπαγιώργης κατάλαβε ότι η απουσία του δε θα επηρέαζε κανένας και επέστρεψε στο καράβι του ολομόναχος για να λύσει την άγκυρα, ενώ τα κύματα το χτυπούσαν ανελέητα. Από τότε οι χωριανοί έπλασαν απίστευτους και αμέτρητους μύθους γύρο από το όνομά του. Ένας από αυτούς λέει την αλήθεια. Τον μάγεψε η θάλασσα, τον ήθελε κοντά της και όταν θες κάτι πολύ το πλησιάζεις, το πλησιάζεις μέχρι που μπαίνεις μέσα του, μέχρι που να γίνεις ένα με αυτό. Ένα λουλούδι σ αυτόν που έμεινε για πάντα ξένος.
_____Σήκωσα τα μάτια του απ τα βότσαλα της θάλασσα, την κοίταξα στα μάτια και μου φάνηκε πως δάκρυσε. Σίγουρα έχει μάτια, αλλά δεν έχει καρδιά.



varostory


by adamhbl

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου