Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

ηλιοβασίλεμα

Όταν ο ήλιος κρύβεται για ακόμη μία φορά απορώ αν θα το κάνει αυτό και αύριο γιατί ίσως να μην υπάρχουν πολλά ηλιοβασιλέματα. Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι ότι κανείς από μας δεν μπορεί να υποσχεθεί στον άλλο ένα ακόμη ηλιοβασίλεμα. Όλα κενά στα ξέρω του ανθρώπου και όλα θολά. Ποτέ δεν άκουσα κάτι σίγουρο από ένα στόμα ανθρώπου, ακόμα και αυτό το σ αγαπώ ποτέ δεν είναι απόλυτο.
Εδώ στο Βάρος έχει ωραία ηλιοβασιλέματα… μα για πες μου τι είναι αυτό που κάνει ωραία την έξοδο του ήλιου; Ίσως ο ίδιος ο ήλιος, ίσως το χρώμα τα ουρανού μα πάντα το μεγαλείο της στιγμής. Εγώ μικρός και ασύμαντος κοιτάζω το γίγαντα ήλιο να πέφτει. Μα πόσες φορές θα πρέπει να με δουν για να το καταλάβουν; Και αν πέφτω πάλι ορθώνομαι και ξαναλάμπω πάλι, η λάμψη όμως δεν κρατά για να δοξάσω την αθανασία μου. Μη βιάζεσαι να ανεβείς στου μεσημεριού την ώρα γιατί κατηφορίζεις γρήγορα από κει και πέρα. Αχ αυτό το κατέβασμα, τόσο γρήγορο, τόσο ταπεινό, στολίζει πάντα και μένα και σας και όλους με ταπείνωση.
Ανοίγω τα μάτια και… να ανοίξουν άλλο δεν μπορούν, θα νιώθεις ακόμα ότι θες να βλέπεις πιο πολλά αν είναι όλα τέτοια.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

όταν μένεις για πάντα ξένος

___Κοιτούσα τον ήλιο. Μπορούσα να τον κοιτάω επειδή δεν ήταν ακόμα πολύ δυνατός. Οι σκιές των δέντρων σχημάτιζαν εικόνες κάτω στο στεγνό χώμα και εγώ προσπαθούσα να μαντέψω την ώρα. Σίγουρα ήταν πολύ νωρίς. Φύσηξε και ο αέρας μετακίνησε τις δροσοσταλίδες από το λουλούδι που κρατούσα. Ξέρεις είναι ωραίο να κρατάς στα χέρια σου λουλούδια και νομίζω ότι μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει όμορφα κρατώντας ένα λουλούδι. Συνέχισα να περπατώ. Η μυρωδιά της θάλασσας έκανε αισθητή την παρουσία της ενώ το θρόισμα του ανέμου, που έπαιζε με τα αλμυρίκια έκανε την ατμόσφαιρα παράξενη. Άφησα το λουλούδι στα χέρια της θάλασσας και κάθισα πάνω σε ένα βράχο κοιτώντας το απέραντό της, την ομορφιά της… τα μάτια της. Έχει η θάλασσα μάτια; Κι αν δεν έχει τότε γιατί δακρύζει;
___Η Λήμνος γέννησε πολλούς ναυτικούς. Στο Βάρος όμως οι άνθρωποι ασχολούνταν κυρίως με τις γεωργικές εργασίες. Η θάλασσα τους φόβιζε γιατί την κύκλωναν ιστορίες σκοτεινές και γεμάτες δυστυχία, τους φόβιζε η ιστορία του μπαρπαγιώργη. Ο μπαρμπαγιώργης ήταν νέος όταν αποφάσισε να ανοιχτεί στο πέλαγος. Είχε μια πανέμορφη γυναίκα και μια μικρή κορούλα που τη λέγανε Μαρίνα. Δεν τις έβλεπε συχνά, στην πραγματικότητα τις έβλεπε μία φορά το χρόνο, όταν το γέρικο πλοίο του αναγκάζονταν να αράξει στο λιμάνι του για να περάσει η βαρυχειμωνιά. Ο μπαρμπαγιώργης είχε τη γυναίκα του και την κόρη του μες το μυαλό του όλο το χρόνο, τις σκέφτονταν συνέχεια. Έτσι όταν γύριζε τις αγκάλιαζε και τις φιλούσε σαν να μην είχε καιρό να τις δει, σαν να μην του λείπανε, όμως μέσα από τα μάτια τους δεν έβλεπε αυτό που θα ήθελε, έβλεπε ένα ξένο. Κάποιο χειμώνα, όταν αναζήτησε την κόρη του αυτή δεν ήταν στο σπίτι. <<Παντρεύτηκε>> του απάντησε η γυναίκα του όταν τη ρώτησε που ήταν.
- Γιατί δε με περιμένατε;
- Να περιμένουμε τι; Γίνονται οι γάμοι το χειμώνα;
Ο μπαρμπαγιώργης κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος για τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε. Είναι αλήθεια πως ένιωθε πάντα ξένος, από παιδί ακόμα. Η μητέρα του είχε πεθάνει στη γέννα και η γυναίκα που παντρεύτηκε ο πατέρας του είχε ήδη δύο δικά της παιδιά. Ένιωθε πάντα πολύ μόνος… μέχρι που γνώρισε την Ειρήνη τη γυναίκα του. Την Ειρήνη την είχε τάξει ο πατέρας της σε ένα πλούσιο ηλικιωμένο, χωρίς να τη ρωτήσει φυσικά. Ο γάμος είχε οριστεί να γίνει τις πρώτες μέρες της άνοιξης, πριν το Πάσχα. Ο μπαρμπαγιώργης και η Ειρήνη αγαπιόντουσαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να κλεφτούν. Κλέφτηκαν πριν τους προλάβει η άνοιξη και παντρεύτηκαν σε ένα εξωκκλήσι, ενώ έπεφτε το τελευταίο χειμωνιάτικο χιόνι.
- Ναι Ειρήνη μου παντρεύονται το χειμώνα, είπε με δάκρυα στα μάτια ο μπαρμπαγιώργης.
Τα μάτια εκείνης όμως δε μπορούσαν να δακρύσουν. Είχαν στεγνώσει περιμένοντας έναν άντρα, που δεν έγινε ποτέ δικός της. Ο μπαρμπαγιώργης κατάλαβε ότι η απουσία του δε θα επηρέαζε κανένας και επέστρεψε στο καράβι του ολομόναχος για να λύσει την άγκυρα, ενώ τα κύματα το χτυπούσαν ανελέητα. Από τότε οι χωριανοί έπλασαν απίστευτους και αμέτρητους μύθους γύρο από το όνομά του. Ένας από αυτούς λέει την αλήθεια. Τον μάγεψε η θάλασσα, τον ήθελε κοντά της και όταν θες κάτι πολύ το πλησιάζεις, το πλησιάζεις μέχρι που μπαίνεις μέσα του, μέχρι που να γίνεις ένα με αυτό. Ένα λουλούδι σ αυτόν που έμεινε για πάντα ξένος.
_____Σήκωσα τα μάτια του απ τα βότσαλα της θάλασσα, την κοίταξα στα μάτια και μου φάνηκε πως δάκρυσε. Σίγουρα έχει μάτια, αλλά δεν έχει καρδιά.



varostory


by adamhbl

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

το απόγευμα

____Το απόγευμα, όταν έφτασε η ώρα για να επισκεφτούμε τους νεοφερμένους και πριν αρχίσουμε να διαμαρτυρόμαστε ότι μας πονούσε το κεφάλι μας κτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η μητέρα μας πήγε να ανοίξει. Από την έκφρασής της μόλις άνοιξε την πόρτα κατάλαβα ότι ήταν κάποιος πολύ γνωστός. Αγκαλιάστηκαν σαν να είχαν να συναντηθούν χρόνια και έπειτα κάθισαν στην βεράντα του σπιτιού μας. Η μητέρα μου τους άφησε για λίγο έξω μόνους τους για να ετοιμάσει καφέ για να τους προσφέρει.
- Παιδιά πηγαίνετε να χαιρετήσετε τους ανθρώπους.
- Ποιοι είναι;
- Είναι οι γνωστοί που σας λέγαμε, που ήρθαν με τα παιδιά τους για παραθέριση.
- Μα δεν υποτίθεται ότι θα πηγαίναμε εμείς να τους χαιρετήσουμε.
- Ναι, αλλά τα παιδιά τους αρρώστησαν και έτσι αποφάσισαν να έρθουν αυτοί να μας δουν χωρίς τα παιδιά τους.
Οι αδελφές μου βγήκαν πρώτες για να χαιρετήσουν. Εγώ και ο αδελφός μου αρκεστήκαμε σε ένα από <<καλησπέρα>>.
- Πέτρο (είπα στον αδελφό μου) λες πράγματι να αρρώστησαν;
- Δε ξέρω. Λες να κάνουν και αυτοί τους αρρώστους για να μην μας ξαναδούν;
- Ναι. Λογικό δεν είναι; Ανταλλάξαμε πολύ έντονες κουβέντες.
Οι αδελφές μου μπήκαν και αυτές μέσα στο σαλόνι και μας βρήκαν καθισμένους μπροστά από την τηλεόραση, έτοιμους για playstasion.
- Σηκωθείτε. Θα πάμε να δούμε πως είναι τα παιδιά, ο Κώστας και η Ελένη.
- Αποκλείεται.
- Εντάξει, πάω να πω στη μαμά ότι δεν θέλετε να έρθετε μαζί μας.
- Πού είναι τώρα η μαμά;
- Κάθετε μαζί με τον κύριο Νίκο και την κυρία Νεκταρία.
- Όχι, μη πας, αλλάξαμε γνώμη, θα έρθουμε μαζί σας.
____Δε θέλαμε να φανούμε αγενείς αντικοινωνικοί, αλλά ούτε θέλαμε να ξαναδούμε τα κακομαθημένα. Βρισκόμασταν σε αδιέξοδο. Όπως ήρθαν τα πράγματα, όμως, η ζυγαριά αναγκαστικά έγειρε προς τη μεριά ακμής μιας συνάντησης με τα πρωτευουσιάνικα.
____Στην άλλη μεριά του χωριού. Δύο παιδάκια ήταν πολύ ευχαριστημένα με την απόφασή τους να κάνουν του άρρωστους και να αποφύγουν έτσι μία ακόμα συνάντηση με τα <<χωριατόπαιδα>>.
- Καλά ήμαστε φοβεροί.
- Κόλλα το αδελφέ μου, άπαιχτη ιδέα.
- Δεν υπάρχει περίπτωση, όχι μόνο να κάνω παρέα μ αυτούς τους αγροίκους, αλλά ούτε και να τους ξαναδώ.
- Ναι, ναι, δεν πρόκειται ούτε να τους ξαναδούμε.
- Ποτέ των ποτών.
- Ούτε μία στο εκατομμύριο.
Τακ, τακ, ακούστηκε ο χτύπος της πόρτας.
- Καλά δεν έχουν κλειδιά; Δε κατάλαβαν ότι είμαστε άρρωστοι;
- Μπορεί να μην είναι ο μπαμπάς και η μαμά.
- Και ποιος να είναι; Ρώτησε κατατρομαγμένη η Ελένη.
- Δε ξέρω ίσως…
Τακ, τακ, ακούστηκε για ακόμα μια φορά ο χτύπος της πόρτας.
- Μάλλον θα πρέπει να ανοίξουμε.
- Άντε Κωστάκη. Τί το λες και δε το κάνεις;
Ο Κώστας άρχισε να περπατά με αργό αλλά σταθερό βήμα προς την πόρτα, ενώ η Ελένη απ την άλλη άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας από αυτή φωνάζοντας βοήθεια.
Εμείς βρισκόμασταν πίσω από την πόρτα και περιμέναμε τους ανόητους να μας ανοίξουν. Βοήθειααααα ακούσαμε τη φωνή της Ελένης μέσα από το σπίτι.
- Α αυτά δεν πάνε καλά (παρατήρησε ο αδερφός μας).
- Εγώ λέω να φύγουμε.
Οι αδερφές μου είχαν μείνει άφωνες από τη στριγκλιά της Ελένης και συμφώνησαν να φύγουμε από αυτό το αφιλόξενο μέρος, όταν ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και πετά το κεφάλι του απ έξω ο Κώστας.
- Παρακαλώ!
Περιττό να πω ότι σκάσαμε στα γέλια με τη γελοία του εμφάνιση.
- Τί βρίσκετε τόσο αστείο;
Ο Κώστας είχε στα μαλλιά του ένα κοκαλάκι της αδερφής του. Προφανώς όση ώρα ήταν μέσα η Ελένη θα δοκίμαζε τα κοκαλάκια της στο κεφάλι του Κώστα, που είχε πλούσια καστανά μαλλιά, για να διαλέξει το καλύτερο. Εγώ δε θα καθόμουν να μου κάνουν τέτοιο ρεζίλεμα ούτε με σφαίρες.
Η Ελένη που άκουγε τα γέλια μας ξεθάρρεψε και πλησίασε την πόρτα, την άνοιξε καλά και έβγαλε το κοκαλάκι απ τα μαλλιά του Κώστα.
- Γεια παιδιά, είμαι η Ελένη.
- Εγώ είμαι ο Κώστας. Χαιρόμαστε που σας βλέπουμε και σας ξαναβλέπουμε.
Το βλέπουμε μάλλον πήγαινε στις αδερφές μου και το ξαναβλέπουμε σε εμάς.
- Και εμείς χαιρόμαστε που σας ξαναβλέπουμε, απαντήσαμε εμείς.
Μείναμε αμίλητοι για μερική ώρα.
- Μήπως θέλετε να περάσετε μέσα πρότεινε με ένα πλατύ χαμόγελο η Ελένη.
- Σίγουρα δεν ενοχλούμε; Ρώτησε ο αδερφός μου.
- Τι λες τώρα φιλαράκι; Τι να ενοχλείτε; Κοιμάται το μωρό; Είπε ο Κώστας γελώντας μόνος του, μέχρι που κατάλαβε ότι δε γελά κανείς άλλος και σταμάτησε.
- Ωραία ας καθίσουμε τότε, συμπλήρωσα εγώ.
- Ναι, ναι , ελάτε, καθίστε από δω.
- Ευχαριστούμε Ελένη.
Καθίσαμε όλοι γύρο, γύρο από ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, στολισμένο με ένα πανέμορφο βάζο.
- Ξέρετε, εμένα μου αρέσει να κάθομαι πάντα στην κορυφή του τραπεζιού, είπε ο Κώστας.
- Το τραπέζι αυτό, δεν είναι στρογγυλό; Ρώτησε η μεγάλη μου αδερφή.
- Εεε, ναι, και γι αυτό θα συμπλήρωνα ότι δυστυχώς δε μπορώ να κάτσω στην κορυφή σήμερα, αν και είμαι κορυφαίος, άπαιχτος, αρχηγός, βασιλιάς της αυγής, ιππότης της αυτοκρατορίας….
Σταμάτησε απότομα με ένα σκούντημα της αδερφής του, ενώ είχε σηκωθεί όρθιος από ένα συναίσθημα ιπποτισμού και ενώ ετοιμαζόταν να πε και άλλα. Εμείς οι υπόλοιποι τον κοιτούσαμε με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια ορθάνοιχτα.
- Παιδιά, είπε η Ελένη, ο αδερφός μου θέλει να πει ότι έχουμε ένα φοβερό επιτραπέζιο με βασιλιάδες και ιππότες που θέλει να το πάρει για να παίξουμε, έτσι Νίκο;
- Φυσικά, ναι, φυσικά, ναι, ναι, ναι, χα, χα, χα, χα, χα, χα, χα, χα, ,χα ,χα , χα, χα, χα, χα, … χα, …. Χα, …. Χα….χ …..α .
Δε ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται ότι ο Κώστας αισθανόταν λίγο αμήχανα.
Ακολουθεί μία μακριά σιωπή, η οποία τελικά διακόπτεται από ένα φοβερό και αθέλητο αέριο, που ακούστηκε να προέρχεται απ τη μεριά του Κώστα. Περιττό να αναφέρω ότι έγινε κατακόκκινος απ την ντροπή του. Η αδερφή του έπιασε το κεφάλι της κουνώντας το πέρα δόθε και εμείς ευτυχώς καταφέραμε να μη γελάσουμε καθόλου.
- Ωραία και τώρα που έσπασε ο πάγος, είπε ο Κώστας, θα σας πρότεινα να μας προτείνετε να πάμε μια βόλτα, για να γνωρίσουμε το πανέμορφο χωριό σας.
- Μα και βέβαια, απάντησα εγώ, που δε πίστευα στα αυτιά μου. Μήπως τελικά τους είχαμε παρεξηγήσει;
Πάνω που ετοιμαστήκαμε όλοι να ανοίξουμε την πόρτα και να βγούμε έξω, άνοιξε η πόρτα από μόνη της και μπήκαν μέσα ο κύριος Νίκος και η κυρία Νεκταρία.
- Παιδιά ετοιμάζεστε να φύγετε; Τα είπατε με τα παιδιά;
- Με τα παιδιά τα είπανε, πετάχτηκε η Ελένη, αλλά δε φεύγουν, θα πάμε μαζί μια βόλτα.
- Δεσποινίς μου, απάντησε ο κύριος Νίκος, μόλις πριν λίγο είχατε 40 πυρετό και εσύ και ο αδερφός σου! και τώρα θα βγείτε έξω; Να περάσει και η αυριανή ημέρα και βλέπουμε.
- Ούτε αύριο δε θα βγούμε έξω, ρώτησε με δακρυσμένα μάτια ο Κώστας.
- Ούτε αύριο.
- Την πατήσαμεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε, ξεφώνησε αυθόρμητα.
Εγώ γελούσα από μέσα μου με το πάθημά τους, αλλά τους λυπόμουν παράλληλα.
- Μη στεναχωριέστε, αύριο θα έρθουμε πάλι το πρωί και θα οργανώσουμε μαζί μία εξόρμηση στη φύση για μεθαύριο.
- Σε ευχαριστούμε πολύ, είπε η Ελένη, σας ευχαριστούμε όλους παιδιά.
Μάλλον είναι καλά παιδιά σκέφτηκα από μέσα μου, ενώ απομακρυνόμασταν.
- Θα πάμε αύριο εε παιδιά;
- Ναι, απάντησαν όλοι.
varostory by adamhbl

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Οι τουρίστες Ημέρα 11η

___Σε ένα χωριό με λιγότερους από 200 κατοίκους, όπως το δικό μου, είναι λογικό να γνωριζόμαστε όλοι πάρα πού καλά μεταξύ μας και αυτό όχι γιατί ένας άνθρωπος δε μπορεί να γνωρίζει πάνω από 200 άτομα, αλλά γιατί αν υπάρχουν αν υπάρχουν περισσότεροι χάνει το κοινωνικό του ενδιαφέρον. Χάνει αυτό το συναίσθημα που του λέει : <<Καλά επιτρέπεται να μην το ξέρεις>>. Έτσι εγώ θα έλεγα ότι οι κάτοικοι των μικρών χωριών, όπως το δικό μου δεν είναι περισσότερο κουτσομπόληδες από τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, απλά η κοινωνία στην οποία ζουν είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούν να την επεξεργάζονται και να την ελέγχουν. Για τους ανθρώπους των πόλεων αυτή η μικρή κοινωνία προσώπων υπάρχει , αλλά όχι στην πραγματική τους ζωή. Υπάρχει μέσα σε ένα κουτί που λέγεται ΤV. Εκεί λοιπόν και αυτοί με τη σειρά τους εμφανίζουν αυτή την έμφυτη τάση του ανθρώπου να κρίνει τους άλλους, να κουτσομπολέψει.
___Όλα αυτά τα αναφέρω για να καταλήξω στο ότι ένας ξένος που θα έρθει στο χωριό μας δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει απαρατήρητος. Έτσι αν και ο ίδιος νιώθει άγνωστος μεταξύ αγνώστων στην πραγματικότητα είναι πράγματι άγνωστος , αλλά μεταξύ γνωστών.
____Το πρωί, λοιπόν με τη δροσούλα, όπως έλεγε και η γιαγιά μου, πήγα προς το περίπτερο για να αγοράσω φρέσκο καφέ και ζάχαρη. Ξέρω ότι τα πράγματα αυτά συνήθως τα βρίσκεις σε markets, αλλά εν πάση περιπτώσει το δικό μας περίπτερο είναι άλλων προδιαγραφών. Προς μεγάλη μου έκπληξη στο περίπτερο ήταν δύο παιδιά, περίπου στην ηλικία μου, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η κυρία Στεριανή, η περιπτερού είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με τα κακόμοιρα τα παιδάκια. Τα έκανε κανονική ανάκριση. Αν κρίνω από την έκφραση του προσώπου τους θα έλεγα ότι είχαν φρικάρει.
___Εγώ , έχοντας ακούσει τη χτεσινή συζήτηση της μητέρας μου στο τηλέφωνο, χαιρόμουνα με την παρουσία των παιδιών γιατί καταλάβαινα ότι ήταν τα παιδιά με τα οποία πιθανώς να κάναμε παρέα, κατά τα λεγόμενα της μαμάς μου και πιθανώς να περνούσαμε φανταστικές περιπέτειες για το υπόλοιπο του καλοκαιριού κατά τη δική μου άποψη.
___Επειδή δεν ήθελα να διακόψω τη κυρία Στεριανή από την ανάκρισή της, την άφησα να την ολοκληρώσει. Περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου για να μιλήσω και εγώ στους νεοφερμένους. Περίμενα … περίμενα … περίμενα… και … έφυγα. Κρίμα τα παιδάκια, τα ζάλισε. Ήξερε αυτή τι έκανε. Συνέλεγε πληροφορίες για αργότερα. Με τη δύση του ήλιου, όταν θα μαζεύονταν οι όλες οι μεσήλικες κυρίες στο περίπτερο, αυτές οι πληροφορίες θα γινόταν τροφή για την αδηφάγο φαντασία τους. Χιλιάδες εκδοχές, χιλιάδες εικασίες, χιλιάδες προβλέψεις θα γεννιόντουσαν γι αυτά τα παιδιά και για όλο τους το σόι γενικά εκείνο το βραδάκι.
___Γύρισα σπίτι με άδεια χέρια και η μητέρα μου με ρώτησε αν ήταν κλειστό το περίπτερο. Εγώ της περιέγραψα την όλη σκηνή και αυτή χαμογέλασε. Μου είπε ότι οι γονείς των παιδιών ήταν πολύ καλοί οικογενειακοί μας φίλοι.
___Ήξερε που έμεναν και μου πρότεινε να πάω με τον αδελφό μου για να τους χαιρετίσουμε, καθώς οι αδελφές μας δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα. Εγώ δεν αισθανόμουν αρκετά έτοιμος για να κάνω πρωί πρωί γνωριμίες, οπότε και πρότεινα να τους επισκεφτούμε όλοι μαζί το απόγευμα.
___Ο αδελφός μου και εγώ μόλις είχαμε τελειώσει τις πρωινές μας υποχρεώσεις. Ταΐσαμε τις κότες, πήραμε νερό, ποτίσαμε τις ντομάτες, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες, κάναμε τα σημερινά ψώνια. Ήμασταν αρκετά κουρασμένοι, αλλά όχι τόσο , ώστε να περάσουμε το υπόλοιπο της πανέμορφης ημέρας κλεισμένοι μέσα στο σπίτι. Αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα με τα ποδήλατα. Τους δρόμους τους γνωρίζαμε απ έξω και ανακατωτά και δε μας προσέλκυαν πια. Έτσι αποφασίσαμε να διασχίσουμε με τα ποδήλατα μια πορεία η οποία θα διέσχιζε τα χωράφια και θα περνούσα πάνω από τους μικρούς λόφους του χωριού.
___Δε λέω η θέα ήταν φοβερή, όπως και η αίσθηση του μεγέθους του κατορθώματός μας, αλλά εξαντληθήκαμε με όλη τη σημασία της λέξης.
- Δεν αντέχω άλλο.
- Ούτε εγώ.
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Κοίτα να δεις. Από εδώ, μέχρι πίσω στο χωριό είναι κατηφόρα.
- Εντάξει κατεβαίνουμε απ το βουνό, και μετά;
- Μετά σταματάμε στην πρώτη σκιά.
___Η ζέστη ήταν υπερβολική και ο ήλιος δεν έδειχνε καμία κατανόηση για τη δυσαρέσκεια που μας προκαλούσε. Ήμασταν όμως χαμογελαστοί καθώς νιώθαμε ότι ήμασταν οι πρώτου που είχαμε ανέβει τους λόφους με τα ποδήλατα.
___Διαλέξαμε να σταματήσουμε στην κεντρική εκκλησία του χωριού. Από τη δεξιά της πλευρά υπήρχε μια βρύση με δροσερό πόσιμε νερό. Τα γέρικα δέντρα που έγειραν από πάνω της δημιουργούσαν το ιδανικότερο σημείο για μια καλοκαιρινή μέρα όπως τη σημερινή. Τα ερείπια τη; Παλιάς εκκλησίας, η οποία καταστράφηκε από μία πυρκαγιά ήταν οι πιο αναπαυτικές θέσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έβαλα τις χούφτες μου κάτω από τη βρύση και άρχισα να ρουφάω νερό με όλη μου τη δύναμη. Ένιωθα το δροσερό νερό να περνάει από το λαιμό μου και να καταλήγει στο στομάχι μου. Υπέροχα!
___Καθίσαμε αρκετή ώρα σ αυτό το σημείο γελώντας με διάφορα πράγματα, όπως με το ανοιγμένο φερμουάρ του μπαρμπαΚώστα, που τον είδαμε να περνά. Προς μεγάλη μου έκπληξη και χαρά διέκρινα ανάμεσα από τα σιδερένια κάγκελα της εκκλησίας τον Κώστα και την Ελένη και προς μεγάλη μου έκπληξη και χαρά διαπίστωσα ότι κατευθυνόντουσαν προς το μέρος μας. <<Αυτά είναι τα παιδιά που σου έλεγα>> είπα στον αδελφό μου ψιθυριστά.
- καλημέρα σας.
- Καλώς ήλθατε. Πώς σας φαίνεται το χωριό
- Είναι χάλια, απαίσιο, φρικτό. Απορώ πώς ζείτε σ αυτό το χάλι.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια μου ήρθε να τους πιάσω απ το μαλλί και να τους ανεβάσω πάνω στο ψηλότερο λόφο για να σουν και αυτοί την πανέμορφη θέα και να αλλάξουν γνώμη.
- Είναι η πρώτη σας ημέρα, θα δείτε, θα το λατρέψετε.
- Επειδή εσείς είστε χωριάτες και σας αρέσει το χωριό σας, (είπε η Ελένη) δε σημαίνει ότι αρέσει σε όλους τους ανθρώπους.
- Έλα Ελένη, μην είσαι τόσο παράξενη (συμπλήρωσε ο Κώστας) είναι σίγουρος ότι τα χωριατόπαιδα από δω θα ξέρουν πώς να περνούν την ώρα τους καλά.
Ο αδελφός μου δε συγκρατήθηκε και διέκοψε απότομα τη γνωριμία μας με τα λιτά και περιεκτικά λόγια του.
- Αν δεν εξαφανιστείτε μέχρι το τρία, ξιπασμένα παλιόπαιδα θα σας βάλλω να φάτε ντόπια λάσπη, οικολογική.
- Πάμε Κώστα. Αυτοί είναι αγροίκοι.
Απομακρύνθηκαν με γρήγορο βηματισμό χωρίς να έχουν καταλάβει πόσο άσχημα είχαμε καταλάβει πόσο άσχημα τους είχαμε μιλήσει. Όλοι μας πιστεύαμε ότι η δική μας συμπεριφορά ήταν κόσμια, ενώ οι άλλοι, χωρίς να υπάρχει λόγος, μας συμπεριφέρθηκαν με μεγάλη αγένεια.
___Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι, η μητέρα μας, μας ρώτησε αν έτυχε να συναντήσουμε ότι δεν είχαμε δει κανένα. <<Μην ανησυχείτε>> είπε <<θα τους γνωρίσετε το απόγευμα>>. Πού να ήξερε…
- τώρα τι θα κάνουμε (με ρώτησε ο αδελφός μου)
- δε ξέρω για σένα, αλλά εγώ θα κάνω τον άρρωστο. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδώ αυτούς τους ανόητους.
- Μαζί σου κι εγώ. Πυρετό ή πονόκοιλο.
- Πυρετό για να είμαστε σίγουροι.
Γελάσαμε και χαρήκαμε με τη φαίνει μας ιδέα. Σίγουρα θα μας έβγαζε από μεγάλους μπελάδες…

varostory
by adamhbl next

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Αγιόχωμα Ημέρα 10η

__Όταν χτύπησε το τηλέφωνο το σήκωσε η μαμά. Την άκουσα να λέει: << Αλήθεια; Θα έρθετε αύριο; Θα φέρετε και τα παιδιά σας; Πόσο θα κάτσετε; Όλο το καλοκαίρι; Ωραία, θα κάνουν παρέα τα παιδιά με τα δικά σας. __Η συνομιλία αυτή με εντυπωσίασε. Κατάλαβα ότι αύριο θα έφταναν τα παιδιά κάποιων γνωστών και ήταν πολύ πιθανό να κάνουμε παρία μαζί τους για όλο το καλοκαίρι. Ανυπομονούσα να δω πώς θα ήταν οι νέοι μας φίλοι. __Όταν ξανακούστηκε ο χτύπος ενός τηλεφώνου αμέσως κατάλαβα ότι προέρχονταν από το σπίτι του παππού μου. Αστραπιαία ήρθαν στο μυαλό μου όλα όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες μέρες και έτρεξα αμέσως στο σπίτι του (που δεν απείχε πάνω από 30 μέτρα από το δικό μου) για να δω αν το τηλεφώνημα έδινε μια νέα κατεύθυνση στην εξέλιξη των πραγμάτων. ___Αφού έφτασα κατάλαβα ότι ο παππούς μου μιλούσε στις κυρίες Χίλεσμπαχ. Ήταν δύο δίδυμες αδελφές που είχαν περίπου την ίδια ηλικία με τον παππού μου. Οφείλω να προσθέσω ότι ο παππούς μου τις ένιωθε πολύ καλές φίλες του, όπως άλλωστε και αυτές ένιωθαν το ίδιο για τον παππού μου. ___Μόλις τελείωσε τη συζήτηση στο τηλέφωνο, με χαιρέτισε και συνέχισε να πίνει το γάλα του μέσα στο οποίο είχε βουτήξει σταρένια παξιμάδια και μπόλικη ζάχαρη. Φαινόταν πού χαρούμενος που είχε μιλήσει με τις αγαπημένες του φίλες. Ήξερα ότι τις τελευταίες μέρες γινόμουν ενοχλητικός με τις συνεχείς ερωτήσεις μου, αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό να ρωτήσω κάτι ακόμα. - Παππού, εσύ πώς και δε ξέρεις πού βρίσκεται αυτή θεραπευτική λάσπη, η Λήμνια Γη; - Ο δικός μου ο παππούς, όπως και ο πατέρας μου γνώριζαν ότι εξαιτίας των τεράστιων κερδών από αυτή τους τη δραστηριότητα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να μου φανερώσουν το μυστικό γιατί τότε θα γινόμουν στόχος για τους τυχοδιώκτες και για τις ανταγωνίστριες φαρμακευτικές εταιρίες. Έτσι δε μου είχαν πει τίποτα. Βέβαια, σχετικά με το αγιόχωμα - έτσι το ονόμαζαν οι παλιοί - κυκλοφορούσαν φήμες και εκτός της οικίας μας. Κάποια μέρα λοιπόν έτυχε να βρίσκομαι στο χωράφι του παπαΓιώργη. Με είχε πάρει ως εργάτη για να φορτώνω τα τσουβάλια, που βρίσκονταν στο χωράφι του, πάνω στο κάρο του και αυτός τα μετέφερε μέχρι το χωριό. Το χωριό δεν απείχε πάνω από 2 χιλιόμετρα, αλλά τα άλογα προχωρούσαν με αργό βηματισμό και έτσι αναγκαζόμουν να περιμένω περίπου μισή ώρα κάθε φορά στο χωράφι μέχρι να ξαναρθεί ο παπαΓιώργης για να του ξαναφορτώσω το κάρο. Αυτό θα συνεχιζόταν μέχρι να μεταφέρουμε όλα τα τσουβάλια στη μάντρα του παπαΓιώργη. Κάποια στιγμή ενώ καθόμουν πάνω σε μία πέτρα μασουλώντας ένα στάχυ ήρθαν δύο καλοντυμένοι άντρες οι οποίοι μου είπαν ότι ήθελαν να μιλήσουν με τον παπά. Τους εξήγησα ότι θα επέστρεφε σε λιγότερο από μισή ώρα. Κάθισαν δίπλα μου και περίμεναν μαζί μου. Ανέφεραν ότι ή θελαν να χτίσουν ένα εκκλησάκι γιατί το είχαν τάξει στον Άγιο. Μετά από λίγο επέστρεψε και ο παπαΓιώργης, οι ξένοι τον πλησίασαν κι άρχισαν να μιλάνε μαζί του. Μιλούσαν για αρκετή ώρα, τον χαιρέτησαν και φύγανε. Έπειτα καθώς ξαναρχίσαμε να φορτώνουμε με ρώτησε αν μου είχαν πει τίποτα όση ώρα περιμέναμε. Αφού του απάντησα αυτός συνέχισε: __ << Ξέρεις παιδί μου αυτοί οι Γερμανοί και οι Τούρκοι - γιατί Γερμανοί ήταν αυτοί που είδες - δε συνηθίζουν να κάνουν τάματα χτίζοντας εκκλησίες. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια βλέπω ότι χτίζουν εκκλησάκια και εξωκλήσια για να κάποια περιοχή . Ακριβώς στην περιοχή που μου ζήτησαν να χτίσουν ένα εκκλησάκι πριν κάποια χρόνια είχα δει ένα γέροβοσκό να καταπίνει μία μικρή σφαίρα από λάσπη που την είχε ζυμώσει με τα δάκτυλά του βάζοντας λίγα αγιασμό. Από αυτό κατάλαβα ότι η περιοχή αυτή είχε αγιόχωμα, τη θεραπευτική λάσπη>>.
__Δε ξαναμιλήσαμε με το παπαγιώργη για το θέμα αυτό, αλλά παρολ αυτά το εκκλησάκι χτίστηκε και νομίζω ότι το λένε Χριστό.
- Πού βρίσκεται;
- Είναι στο δρόμο, όπως πηγαίνουμε για το Κότσινα, λίγο πιο πριν από τη δεύτερη αριστερή στροφή για το Κότσινα, απ τα δεξιά του δρόμου, στους πρόποδες ενός μικρού λόφου.
- Κατάλαβα, ξέρω που βρίσκεται.
___Το υπόλοιπο της μέρα κύλισε αρκετά βαρετά. Η υπερβολική ζέστη μας είχε κλείσει στο σπίτι μας και δε ξέραμε πώς να περάσουμε την ώρα μας. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε το μεσημέρι για να φύγουμε από το σπίτι μας ήταν να πάμε στη θάλασσα, αλλά δυστυχώς είχε πάθει λάστιχο το ποδήλατό μου. Βαριόμουν αφόρητα να το φτιάξω, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να φτιαχτεί αν ήθελα να απαλλαχτώ από τη βαρεμάρα και την εκνευριστική ζέστη. Τελικά το ποδήλατο ήταν έτοιμο πιο γρήγορα απ όσο περίμενα. Ήμουν πανέτοιμος για να πάω στη θάλασσα. Ξύπνησα τον αδελφό μου που είχε πέσει ήδη δια ύπνο και του πρότεινα να πάμε στη θάλασσα. Η έκφραση του προσώπου του ήταν σαν να έλεγε << αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που, θα μπορούσες να μου πεις αυτή τη στιγμή >>, αλλά ευτυχώς δέχτηκε να έρθει μαζί μου. Η πιο κοντινή θάλασσα ήταν η παραλία του Κότσινα , η οποία αποτελούσε και τη μόνη επιλογή αν θέλαμε να πάμε με το ποδήλατο. Απολαύσαμε τη διαδρομή. Στη Λήμνο δεν υπάρχουν δέντρα και αυτό σου επιτρέπει να έχεις ορατότητα σε απίστευτα μεγάλη απόσταση. Το μάτι μας έβλεπε ξανθά χωράφια, καταπράσινα κλίματα και ένα μεγάλο κομμάτι θάλασσας στολισμένο γύρο, γύρο με βράχια και ασβεστωμένα εκκλησάκια. Στο δρόμο είπα στον αδερφό μου όλα όσα μου είχε αφηγηθεί ο παππούς και αποφασίσαμε να πάμε αμέσως στο εκκλησάκι, για να το δούμε από κοντά. Λίγο πριν την πρώτη στροφή για το Κότσινα το είδαμε να αχνοφαίνεται ανάμεσα στους κίτρινους ξερό-λόφους. Αλλάξαμε πορεία ακολουθώντας το σταυρό στην κορυφή, που φαινόταν ολοκάθαρα. Φτάσαμε παράλληλα με το εκκλησάκι, αλλά δε βλέπαμε κάποιο δρόμο να διασχίζει τα χωράφια που μας χώριζαν σε μια απόσταση περίπου 200 μέτρων από αυτό. Ευτυχώς μετά από λίγο ανακαλύψαμε ένα αγροτικό δρόμο που είχε κατασκευαστεί πρόσφατα και οδηγούσε, όχι κατευθείαν στο εκκλησάκι, αλλά αρκετά κοντά του. Νιώσαμε πολύ τυχερού και χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο. Ο δρόμος απείχε 100 μέτρα από το εκκλησάκι αλλά απ τη μεριά του δρόμου αυτού, το χωράφι δεν είχε παρά μόνο μικρά χορτάρια σι αντίθεση με τα ψηλά στάχια που χωρίζουν το εκκλησάκι απ την άσφαλτο. Έτσι καταφέραμε να φτάσουμε επιτέλους. Μπήκαμε και προσκυνήσαμε. Το καντήλι ήταν αναμμένο, οπότε μάλλον κάποιος θα το επισκέπτεται. Ήταν όπως όλα τα άλλα εκκλησάκια. Ένα μικρό ιερό το οποίο χωρίζεται με ένα μικρό τέμπλο από το υπόλοιπο μικρό κυρίως χώρο. Η εικόνα της Παναγίας βρίσκεται αριστερά της κύριας πύλης του ιερού (και δεξιά της βοηθητικής πόρτας). Αριστερά από την κύρια πύλη βρίσκονται κατά σειρά οι εικόνες του Χριστού, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και η εικόνα του ναού από την οποία παίρνει και το όνομά του. Στη συγκεκριμένη εκκλησία ήταν η εικόνα της Μεταμορφώσεως του Χριστού, γι αυτό είχε πάρει και το όνομα Χριστός η εκκλησία όπως μου είχε πει ο παππούς.
___Σύμφωνα, λοιπόν με όσα μου είχε πει ο παππούς, το αγιόχωμα ήταν το χώμα που βρισκόταν γύρο, γύρο από το μικρό αυτό εκκλησάκι. Ρώτησα τον αδελφό μου αν ήταν εντυπωσιασμένος με την ανακάλυψή μας. Μου είπε ότι δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου. Εγώ χαμογέλασα και πείρα μία πέτρα από κάτω.
- Τί θα κάνεις την πέτρα; Για το χώμα δεν ήρθαμε;
- Ναι, αλλά πώς θα μεταφέρω το χώμα; Δε μπορώ. Αλλά αντίθετα μπορώ να μεταφέρω την πέτρα που έχει πάνω της και το χώμα.
- Καλά, εσύ ξέρεις.
___Κατάλαβα ότι δεν τον ένοιαζε και πολύ το όλο θέμα. Πήραμε τα ποδήλατά μας και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Κάναμε το μπάνιο μας και η μετά συνέχισε να κιλάει με τους συνηθισμένους ρυθμούς της...

varostory
by adamhbl next
  

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Τα μάτια της Μαρούλας Ημέρα 9η



Σήμερα το μόνο πράγμα που είχα να κάνω ή μάλλον το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που είχα να κάνω ήταν να επισκεφθώ


τον παππού μου για να μου πει επιτέλους κάτι παραπάνω για όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που ένιωθα να συμβαίνουν. Ετοιμάστηκα γρήγορα, έκλεισα την αυλόπορτα του σπιτιού μου πίσω μου και ξεκίνησα. Ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμα ψηλά Στην πραγματικότητα μόλις τώρα άρχιζε να διακρίνεται ανάμεσα από τις καμπύλες των μικρών λόφων.


____Βρήκα τον παππού να περιποιείται τα λουλούδια του κήπου του. Οι σαρδελιές, τα κρινάκια, οι βιολέτες, τα χρυσάνθεμα, ο φουντωτός βασιλικός, όλα απολάμβαναν την περιποίηση που τους χάριζε με τόση αγάπη.


- Καλημέρα.


- Καλημέρα. Σε περίμενα. Κάτσε να σου πω λοιπόν...


Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: Όπως σου είπα και την προηγούμενη φορά τώρα καταλαβαίνω πολλούς από τους μύθους που μας έλεγαν όταν ήμασταν παιδιά. Τα μάτια της Μαρούλας λοιπόν....


- Τα μάτια της Μαρούλας;


- Ναι. Τα μάτια της Μαρούλας. Αυτά τα μπρούντζινα μάτια κάτι κρύβουν. Δε το πίστευα όταν μου το έλεγαν πιο παλιά αλλά τώρα το πιστεύω. Τώρα πιστεύω πολλά απ όσα έλεγαν οι παλιότεροι. Λοιπόν άκου. Είχα πάει στο καφενείο στο καφενείο μια μέρα.... Παλιότερα συνήθιζα να πηγαίνω συχνότερα απ οτι τώρα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχα τοποθετήσει το άγαλμα της Μαρούλας στο Κότσινα. Καθίσαμε στο καφενείο και μιλούσαμε για τις αδυναμίες της κυβέρνησης όταν είδαμε να έρχεται ο τρελοΣωτήρης. Λοιπόν παιδί μου αυτό που λένε από τρελό και απο μικρό μαθαίνεις την αλήθεια ισχύει. Ο τρελοΣωτήρης κάθισε κοντά μας.


- Η Μαρούλα είναι σημάδι


- Τί λες βρε τρελοΣωτήρη πάλι!


- Τι βάλαν για σημάδι


- Να σημαδέψουν τί;


- Για να σημαδέψουν να να σημαδέψουν το θησαυρό.


Όλοι τότε αρχίσαμε να γελάμε και να τον κοροϊδεύουμε Τον θυμάμαι, είχε στεναχωρηθεί πολύ εκείνη τη μέρα. Ο τρελοΣωτήρης ήταν ψηλός και αδύνατος. Γύριζε ξυπόλυτος με ένα παλιό παντελόνι και ένα ξεσκισμένο πουκάμισο, που το φορούσε από τότε που πήγαινε με τους Κουταλιανούς καπετάνιους να βρουν σφουγγάρια σε άγνωστα για μας μέρη. Ένιωσα πολύ άσχημα όταν τον είδα να φεύγει δακρυσμένος όπως ακριβώς ένα παιδί που δε το πιστεύουν οι φίλοι του. Μετά από μέρες που τον ξαναείδα αποφάσισα να του ζητήσω συγγνώμη για τη συμπεριφορά μας. Ο τρελοΣωτήρης γαμογέλασε πλατιά και με ρώτησε με λαχτάρα <<Με πιστεύεις;>> . Του απάντησα ναι αν και δεν τον πίστευα καθώς δεν ήθελα να ξανανιώσει άσημα ούτε αυτός αλλά ούτε και εγώ. Τότε μου σφίγγει το χέρι και μου λέει <<τα μάτια της Μαρούλας κοιτούν το θησαυρό>>.


____Στην κατασκευή και κυρίως στην τοποθέτηση συμμετείχαν (όχι και τόσο τυχαία όπως καταλαβαίνω τώρα) ο πατέρας μου και ο δάσκαλος.


____Όπως σου είχα πει ο παππούς μου ξέροντας που βρίσκεται η θεραπευτική λάσπη, η λήμνια γη, ήταν ο σημαντικότερος συνεργάτης της φαρμακευτικής εταιρίας, που με έδρα της τη Σμύρνη εκμεταλλευόταν αυτό το σπάνιο προϊόν Έκαναν εξαγωγές σε όλα τα μέρη του κόσμου. Η ζήτηση ήταν τρομερή και ευτυχώς η Λήμνια γη αν και βρισκόταν μόνο σε ορισμένα μέρη που τα ήξερε μόνο ο παππούς μου ήταν άφθονη.


____Κανείς δεν εμπόδιζε τα τεράστια κέρδη αυτής της εταιρίας όπως και κανείς δεν ήξερε για τη δουλειά του παππού μου. Όλα κυλούσαν, όμως όλο και χειρότερα από το 1918 και μετά. Οι νεότουρκοι είχαν καταφέρει να σπείρουν το μίσος για τους έλληνες που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία. Ο κύριος Νίκος, ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρίας ήταν σχεδόν πάντα ανάμεσα στις ιστορίες που μας αφηγόταν ο παππούς μου. Γνωριζόντουσαν από την παιδική ακόμα ηλικία.


____ Τα καλοκαίρια τα παιδιά από το νησί περνούσαν με καράβια στη Μικρά Ασία για να δουλέψουν. Ήταν τόσο μεγάλη η παραγωγή σιταριού που η έλευση εργατών από τα νησιά του Αιγαίου ήταν απαραίτητη. Τότε ήταν που γνωρίστηκε ο κύριος Νίκος με τον Παππού μου. Ο παππούς μου θα πνιγόταν αν δεν ήταν εκεί ο κύριος Νίκος που ήταν παιδί ακόμα, όπως και ο παππούς μου. Είχε αναποδογυρίσει η βάρκα όπου ήταν μέσα ο παππούς μου με το μπαμπά του και το μικρό του αδελφό. Πέσαν και οι τρεις στη θάλασσα. Και τα δύο τα μικρά παιδιά δεν ήξεραν ακόμη να κολυμπούν καλά και πάλευαν να κρατηθούν με δυσκολία στην επιφάνεια Ο πατέρας τους δε μπορούσε να τραβήξει και τα δύο τα παιδιά έξω και διάλεξε να μεταφέρει μέχρι την ακτή το μικρότερο παιδί. Σίγουρα αυτό ήταν μία τραγική απόφαση, αλλά δε μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Τότε ο Νίκος που έτυχε να ήταν εκεί κοντά είδε τον παππού μου να πνίγεται και αμέσως φώναξε τον μπαμπά του, αυτός έπεσε στο νερό και τελικά έτσι σώθηκε ο παππούς μου. Από τότε ένιωθε πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη για το Νίκο και τον επισκέπτονταν κάθε καλοκαίρι. Γίναν οι καλύτεροι φίλοι.

_____Σαν διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρίας ο κύριος Νίκος ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε τον επερχόμενο διωγμό του 1922 και φρόντισε να βγάλει όλα τα κέρδη της εταιρίας του από την τράπεζα και να τα μεταφέρει σε ένα πιο ασφαλές μέρος. Έτσι από το 1919 σε στενή συνεννόηση με τον παππού μου άρχισαν να μεταφέρουν τεράστια ποσά σε χρυσές λίρες στο μέρος που το θεωρούσαν περισσότερο ασφαλές για εκείνη τη στιγμή. Έτσι εξηγείται ο θόρυβος που ακούγαμε κάθε βράδυ κάτω από το σπίτι και η τοποθέτηση του αγάλματος της Μαρούλας. Πράγματι τα μάτια της κοιτούσαν στο πρώτο μέρος που έθαψαν το θησαυρό. Το δεύτερο μέρος ήταν κάτω από το σπίτι μας.

- Ουάου!!! Και εσύ παππού πώς τα έμαθες όλα αυτά;

- Μώλις μου είπε όλα αυτά ο άγνωστος άνδρας μου θύμισε ότι πριν πεθάνει ο πατέρας μου μου είχε πει ότι είχε αφήσει ένα έγγραφο κλειδωμένο στη παλιά αποθήκη, σε ένα μέρος που μου είχε δείξει όταν ήμουν ακόμα μικρό παιδί. Ευτυχώς δεν είχα ξεχάσει αυτή την εικόνα και έτσι βρήκα καλά κρυμμένο το γράμμα, κιτρινισμένο πια σε πολύ άσχημη κατάσταση. Μέσα τα έγραφε όλα.

- Και γιατί δε το είχες ανοίξει νωρίτερα.

- Την περιουσία μας την είχε είδη μοιράσει και οπότε δε περίμενα να βρω κάποια διαθήκη. Παράλληλα ο πατέρας μου μου είχε αφήσει την εντύπωση ότι δεν έκρυβε κάποιο μυστικό. Έτσι θεωρούσα ότι το γράμμα δεν θα ήταν κάτι που άξιζε τον κόπο και χρόνο με το χρόνο το ξέχασα.

- Φοβερό! Και τώρα τί θα κάνεις;

- Δε ξέρω μάλλον θα είναι δύσκολο, μάλλον αυτός ο άνδρας ξέρει για το θησαυρό και φοβάμαι ότι από πίσω του υπάρχουν πολύ ισχυρά πρόσωπα.

varostory

by adamhbl next

το ποδήλατο Ημέρα 8η

varostory
Μερικές φορές νιώθεις το χρόνο να κιλάει πολύ αργά. Είναι οι στιγμές αυτές που τις θεωρείς ανούσιες μόνο και μόνο γιατί δεν είναι αυτό που περιμένεις. Αυτές οι στιγμές σαν από αντίδραση κάναν συμφωνία με το χρόνο και αποφάσισαν να κρατούν πολύ... να μοιάζουν ατελείωτες. Δεν είναι όμως και λίγες οι φορές που τελικά αυτές οι υποτιμιμένες στιγμές δε χρειάζεται να κάνουν καμιά συμφωνία. Είναι αυτές οι στιγμές που αν και δε το περιμένεις μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα σου.
Ανυπομονούσα να επισκεφθώ τον παππού μου για να δώσει μερικές απαντήσεις στις έντονες απορίες που μου είχε δημιουργήσει η χθεσινή συζήτηση. Ο χρόνος δε κυλούσε όσο γρήγορα όσο θα ήθελα και αποφάσισα να εξερευνήσω με το πρώτο φως του ήλιου το ξεχασμένο κελάρι του σπιτιού. Ήταν ως συνήθως: μαγικό, αμίλητο, μυστηριώδες. Τα πράγματα σαν να είχαν τοποθετηθεί από μόνα τους στη θέση που ήθελε το καθένα κουβαλούσαν μαζί τους μια ιστορία, αλλά δε μιλούσαν ποτέ, λες και ξέραν ότι αυτό ήταν το καλύτερο. Είτε λίγο είτε πολύ όμως πάντα ψιθυρίζουν κάτι βαθιά μέσα σου.
Ξαφνικά ακούω ένα απαλό χτύπημα στη πόρτα.
- Καλημέρα.
- Γεια.
- Είμαι η Αντριάννα.
- Σε γνωρίζω;
- Δε νομίζω.
- Πού μένεις;
- Εδώ.
- Στο κελάρι;
- Ναι. Εδώ αποφάσισα να ζω, ανάμεσα σε τόσες άλλες αναμνήσεις.
Ένα ποδήλατο αποτελεί τον πόθο κάθε παιδιού. Δεν ήταν λίγος ο καιρός που ο πατέρας σου είχε δεχτεί το δώρο αυτό από το δικό του πατέρα. Του άρεσε να τρέχει και να νιώθει το αέρα στο μέτωπό του. Τα λουλούδια του αγρού στόλιζαν αυτές τις αξέχαστες βόλτες με το ποδήλατο και έκαναν τον πατέρα σου να νιώθει ελεύθερος. Κάποια μέρα οι κόκκινες παπαρούνες στους λόφους χάσαν το χρώμα τους και μαζί τους χάθηκε και το χαμόγελό μας. Σαν μαύρο ποτάμι ο Γερμανικός στρατός πλησίαζε όλο και περισσότερο το χωριό μας. Τρέξε του φωνάζω πάρε το ποδήλατο και κρύψου. Με κοίταξε τότε μου δίνει το ποδήλατο και μου λέει <<το βαρέθηκα- για να δω πόσο γρήγορα μπορείς να φύγεις >>. Πρόλαβα τους γονείς μου και φύγαμε μακριά μακριά. Ύστερα από χρόνια γύρισα και έδωσα πίσω το ποδήλατο που μου έσωσε τη ζωή. Από τότε είναι εδώ στο κελάρι.
Τράβηξα τα μάτια μου από το ποδήλατο και αναρωτήθηκα αν πράγματι είχαν συμβεί έτσι τα πράγματα. Κλείδωσα το κελάρι και μαζί μ αυτό την ανάμνηση της Αντριάννας. Η ώρα είχε περάσει, αλλά δεν ήθελα να ακούσω τίποτα άλλο για σήμερα. <<Καλύτερα να μου πει ο παππούς τα υπόλοιπα αύριο>> σκέφτηκα και απομακρύνθηκα........



varostory
by adamhbl
next

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Η χρυσή γουρούνα και τα 12 γουρουνάκια Ημέρα 7η

... Ο παππούς μου κάθισε αναπαυτικά στη θέση του και ετοιμάστηκε να μου αφηγηθεί τη συνάντησή του με τον μυστηριώδη ξένο. Η Τζανεριά της αυλής μας προστάτευε από το μεσημεριανό ήλιο, ενώ ο κισσός παρέμενε ακίνητος λες και ήθελε και αυτό να ακούσει αυτά που θα λέγαμε.
<<αυτός ο νεαρός λοιπόν>>, ξεκίνησε να αφηγείται ο παππούς <<ρωτούσε αρκετά περίεργα πράγματα. Αχικά με ρωτούσε αν ήξερα κάτι για τη Λήμνια γη. Του ανέφερα ότι αποτελούσε ένα είδος λάσπης με θεραπευτικές ιδιώτητες. Μάλιστα απ ότι φαίνεται, σύμφωνα με τα έγγραφα που μου έδειξε ο προπαππους μου συνεργαζόταν με μία ελληνική εταιρία, που δραστηριοποιούνταν στη Μυκρά Ασία. Σύμφωνα με τα έγγραφα ο πρωπάππους μου ήταν γνώστης της περιοχής απ όπου μπορούσαν να προμηθευτούν οι συνεργάτες του τη θαυματουργή λάσπη. Δε με ρώτησε αν ήξερα και εγώ αυτές τις τοποθεσίες, όπως ο πρωπάππους μου, αλλά ενδιαφερόταν περισσότερο να μάθει το μέγεθος της περιουσίας που είχα και τι δουλιά έκανα.>> Ο παππούς κοίταξε για λίγο το μπαστούνι του και συνέχισε:<< τώρα καταλαβαίνω τη σημασία κάποιων παραμυθιών που μας έλεγαν όταν ήμασταν μικροί για να φάμε το φαγητό μας. Τώρα εξηγούνται όλα. <<Τί παραμύθια σας έλεγαν παππού>> τον ρώτησα. <<Έχεις ακούσει το παραμύθι με τη χρυσή γουρούνα και τα χρυσά γουρουνόπουλα;>>. <<Όχι>> απάντησα κοιτώντας τον με μεγάλη περιέργεια
<<Άκου λοιπόν... Η μακαρίτισσα η μαμμά μου συνήθιζε να μας ταίζει όταν είμασταν μικρά τηγανητές πατάτες, ενώ καθόμαστα πάνο στην κάσα του παραθύρου και κοιτούσαμε τις κότες, τις γάτες και τα σκυλιά που τριγύριζαν ελεύθερα στην μεγάλη αυλή του σπιτιού μας. Σπάνια τρώγαμε γλυκό. Για την ακρίβεια τρώγαμε μια φορά το χρόνο, στην ονομαστική γιορτή του πατέρα μας. Από την προηγούμενη μέρα ετοιμάζονταν ο πατέρας μας, έβαζε τα καλά του ρούχα, έπερνε τον καλό του τρουβά και πήγαινε στην πόλη για να αγοράσει μπακλαβά. Αγόραζε πάντα το μεγαλύτερο ταψί μπακλαβά για να βεβαιωθεί ότι θα φάνε από ένα κομμάτι όλοι οι χωριανοί που θα τον τιμούσαν με την επίσκεψή τους εκείνη την μέρα. Παρολ αυτά όμως ήταν τόσο πολύς ο κόσμος που στην πραγματικότητα ελάχιστοι ήταν εκείνει που προλάβεναν ένα κομμάτι. Ευτυχώς η μητέρα μας φρόντιζε και μας κρατούσε πάντα από ένα κομμάτι για εμάς τα παιδιά. Έλεγε πως δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της να γλύφονται για το γλυκό και στο τέλος μα μην μπορέσουν να φάνε. Έτσι λοιπόν εκείνη την ημέρα μας έλεγε- όποιος δε φάει το φαί του δεν θα φάει και γλυκό- και αδιάζαμε γρήγορα τα πιάτα μας. Άλλες πάλι μέρες υπήρχαν έλλα πράγματα που έλεγε ότι δε θα μας τα δώσει αν δε τρώγαμε το φαγητό μας. Η φούσκα του γουρουνιού που την κάναμε μπάλα, ο σπασμένος καθρευτης, τα χαλασμένα μανταλάκια, ένα κομμάτι ζυμάρι (το παίζαμε σαν πλαστελίνη) αποτελούσαν κίνητρα για να φάμε το φαγητό μας. Υπήρχαν βέβαια και μέρες που δεν είχε να μας προσφέρει τίποτα απ όλα αυτά. Αυτές λοιπόν τις μέρες ήταν που ακούγαμε την ιστορία της χρυσής γουρούνας με τα χρυσά γουρουνάκια. Έλεγε λοιπόν η μητέρα μας ότι τα βράδια η χρυσή γουρούνα με τα δώδεκα γουρουνάκια της, που ζούσε κατω από τη γη άρχιζε και περπατούσε και αυτό δήλωνε ότι φυλούσε κάποιο θυσαυρό. Δυστυχώς για εμάς η γουρούνα αυτή όταν πεινούσε έβγαινε απ τη γη και έτρωγε τα μικρά παιδάκια που δεν ήταν φρόνημα και δεν έτρωγαν όλο τους το φαί. Μετά εμείς που να μη φάμε το φαί μας. Μάλιστα πολλές φορές το βράδυ που πεύταμε για ύπνο ακούγαμε με τον αδελφό σαν να έσκαυε κάτι κάτω από το σπίτι μας. Η μητέρα μας έλεγε ότι ξύμνησε η χρυσή γουρούνα και ότι αν δε κοιμόμασταν θα είχαμε μπελάδες με τη γουρούνα. Συχνά αναφέραμε το γεγονός αυτό στο σχολείο όταν μιλούσαμε για παρόμοιες ιστορίες. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν ακούσει κάτι παρόμοιο με εμάς. Μόνο ο δάσκαλος όταν άκουγε αυτά που λέγαμε χαμογελούσε σαν να ήξερε. Τώρα καταλαβαίνω γιατί το βλέπαμε μερικές φορές γεμάτο με χώμα σαν να έσκαβε όλη τη μέρα και γιατί είχαν άριστη σχέση με τον πατέραμου.>> Ο παππούς σταμάτησε και έμεινε για λίγο σκεφτικός και συνάμα ενθουσιασμένος << Λοιπόν πέρασε αύριο πάλι έχω να σου εξηγήσω ακριβώς τι ζητούσε αυτός ο άντρας>>
Η όλη κατάσταση μου κινούσε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον και την περιέργεια Αποχαιρέτισα τον παππού που ετοιμάζονταν να πάει στις απογευματινές εργασίες του και συνέχισα μέχρι το σπίτι σκεφτικός
- Εεεε Χαράλαμπε τί σκέφτεσαι;
- Ο γεια σου Γιώργο πώς πάει;
- Καλά, έμαθες τίποτα για τα αποτελέσματα των πανελλαδικών;
- Όχι κάτι απόλυτο, αλλά άκουσα ότι οι βάσεις των σχολών θα ανακοινωθούν στις 25 Αυγούστου.
- Αχ μακάρι να έχουμε περάσει εκεί που θέλουμε.
- Ναι. Συμφώνησα και εγώ περισσότερο συγκρατημένα.
- Τα λέμε.
- Έγινε, δε χανόμστε.
Όταν σκέφτομαι τη φοιτητική ζωή που ακολουθεί πάντα είμαι συγκρατημένος. Εμείς που ζούμε στην επαρχία αναγκαστικά πρέπει να φύγουμε και να πάμε να σπουδάσουμε σε άλλη πόλη. Άλλοι χαίρονται που θα ναι μόνοι τους, εγώ όμως φαντάζομαι ότι θα είναι αρκετά δύσκολο, ιδιαίτερα στην αρχή να προσαρμοστείς. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ ότι είχα συνηθίσει να ζω... Για να δούμε. Τώρα το μόνο που με απασχολεί προς το παρόν είναι όσα θα μου πει ο παππούς αύριο και τίποτα άλλο......

adamhbl

next

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Ληγαριά Ηέρα 6η

Η πρωινή δροσιά ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την ανυπόφορη καλοκαιρινή ζέστη. Συνάντησα τον παππού μου να κάθετε στην πλαστική του καρέκλα και να απολαμβάνει το απαλό άγγιγμα του αέρα κοιτάζοντας τον φουντωμένο κισσό απέναντί του. Φορούσε ένα παλιό πουκάμισο ως συνήθως, ένα τζιν παντελόνι και κρατούσε σφιχτά το αυτοσχέδιό του μπαστούνι από ξύλο λυγαριάς.

Εγώ προσωπικά τη λυγαριά τη γράφω με υ επειδή θεωρώ ότι προκύπτει από το ρήμα λυγώ, όπως ακριβώς λυγά με το αεράκι που βγαίνει από τη θάλασσα. Ο παππούς μου έχει διαφορετική άποψη. Ισχυρίζεται ότι πρέπει να γράφεται με η ως παράγωγο της λέξης λήθη και συγγενική με τη λέξη λήθαργος.


- Όταν βλέπεις μια ληγαριά παιδί μου να τη χαιρετάς, να τη λες γεια σου ληγαριά.


- Γιατί;


- Λένε ότι η ληγαριά ήταν άνθρωπος. Μία πανέμορφη κόρη. Τόση ήταν η ομορφιά της που κανείς δε τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Ζούσε σε ένα αρχοντόσπιτο, μακριά από τα σπίτια του υπόλοιπου χωριού. Εκατοντάδες ήταν αυτοί που τη ζήτησαν από τον πάμπλουτο πατέρα της, μα η ίδια ποτέ δεν τους έβλεπε. Ο πατέρας της φρόντιζε να κάνει τις διαπραγματεύσεις με τα παλικάρια χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα η κόρη του. Ήταν πάρα πολλές οι φορές που έκανε τρομερές συμφωνίες τις οποίες όμως δε μπορούσε να κλείσει εξαιτίας της τελευταίας επιθυμίας της μακαρίτισσας της γυναίκας του. Λίγο πριν πεθάνει κάλεσε τον άνδρα της και του ψιθύρισε τα τελευταία της λόγια << υποσχέσου ότι θα παντευτεί η Ληγαριά όταν πει το ναι η ίδια χωρίς να την πιέσεις>>. Καθώς τέλειωνε τα λόγια της, τα μάτια της καρφώθηκαν τα μάτια της πάνω του περιμένοντας μια απάντηση. <<Σου το υπόσχομαι>> φώναξε με βουρκωμένα μάτια αυτός. Έτσι η Ληγαριά ήταν η μόνη κοπέλα του χωριού, που (χωρίς να το ξέρει) θα παντρευόταν μόνο όταν το ήθελε η ίδια.

Όταν ζεις σε μια κοινωνία που όλες οι γυναίκες παντρεύονται με το λεγόμενο προικοσύμφωνο είναι λογικό αν είσαι γυναίκα να περιμένεις και εσύ να παντρευτείς με τον ίδιο τρόπο. Το ίδιο έκανε και η Ληγαριά. Περίμενε να ρθει μια μέρα ο πατέρας της και να της πει την άλλη Κυριακή παντρεύεσαι, αλλά ο πατέρας της την ρωτούσε απλά αν ήθελε να παντρευτεί τον τάδε και αυτή χωρίς να ξέρει ποιος ήταν αυτός και χωρίς να έχει μάθει να παίρνει πρωτοβουλίες απαντούσε όχι θέλοντας να αφήσει αυτό το ζήτημα στον πατέρα της όπως έκαναν τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας της.

Η κατάσταση αυτή όπως ήταν φυσικό έκανε τα υπόλοιπα κορίτσια του χωριού να τρελαίνονται από τη ζήλια τους. Ζήλευαν την ομορφιά της και τις αμέτρητες προτάσεις για γάμο που είχε (σε αντίθεση με αυτές που παντρεύτηκαν τον πρώτο που τις ζήτησε) και τις απέρριπτε όλες.

Κάποια μέτρα, ενώ στεκόταν στο παράθυρό της και κοιτούσε την αντανάκλαση των δέντρων στο ποτάμι άκουσε ένα ποδοβολητό αλόγο, που όλο και πλησίαζε μέχρι που το άλογο σταμάτησε στην όχθη του ποταμού για να πιει νερό. Πάνω στο άλογο στεκόταν ένας ψηλός και ρωμαλαίος πρίγγιπας. Καθώς γύρισε για να απομακρυνθεί τυχαία τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και μείναν ακίνητα για αρκετή ώρα.

- Πώς σε λένε;

- Ληγαριά.

- Εμένα Αλέξανδρο. Θα ρθω να σε ζητήσω απ τον πατέρα σου.

- Ναι, να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Από τότε οι μέρες κυλούσαν πολύ αργά για την Ληγαριά, που δε έπαυε να σκέφτεται τον όμορφα πρίγκηπα Ήξερε ότι το μόνο πράγμα που θα την εμπόδιζε να τον παντρευτεί ήταν να ξεχάσει το όνομά του. Οι μέρες περνούσαν και ο πατέρας της, της είχε πει πάρα πολλά ονόματα ανδρών, που ζητούσαν το χέρι της, αλλά όχι το όνομα που περίμενε να ακούσει.

Κάποια μέρα το πριγκιπόπουλο επέστρψαι και ζήτησε απ τον πατέρα της το χέρι της κόρης του. Ο πατέρας τηρώντας ακόμα την υπόσχεση που έδωσε στη γυναίκα του έτρεξε να ρωτήσει την κόρη του. Δυστυχώς όμως η Ληγαριά είχε ξεχάσει το όνομα του πρίγκηπα καθώς είχε ακούσει τόσα μα τόσα ονόματα.

- Ληγαριά θες να παντρευτείς τον Αλέξανδρο;

- Όχι. απάντησε αδιάφορα έχοντας ξεχάσει ότι αυτό ήταν το όνομα που εδώ και τόσο και ρό περίμενε να ακούσει.

Ο πατέρας της έφυγε σκεφτικός από το δωμάτιό της και εκείνη έμεινε σιωπηλή να κοιτά από το παράθυρο. Το παλικάρη μώλις άκουσε τα λόγια του πατέρα της έτρεξε στο παράθυρο που την είχε πρωτοσυναντήσει και της φώναξε με δυνατή φωνή <<με ξέχασεεεες Ληγαριά>>. Η Λυγαριά έτρεξε να τον προλάβει αλλά αυτός είχε είδη εξαφανιστεί.

Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα σε όλο το χωριό και το μίσος των υπόλοιπων γυναικών είχε τώρα φουντώσει. Μία γριά μάγισσα, που έψαχνε πάντα την ευκαιρία να εξαφανίσει τη Ληγαριά για να ευχαριστήσει την κόρη της ένιωθε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να το κάνει. Πήγε λοιπόν στον πατέρα της και του έδωσε ένα βότανο. Να το βάλεις να το πιει η κόρη σου για να ξεχάσει το πρίγκηπα και να μη στεναχωριέται πια. Ο πατέρας της που δε άντεχε να τη βλέπει έτσι στεναχωρημένη αποφάσισε να της δώσει το βότανο να το πιει.

- Πιες κόρη μου, θα νιώσεις καλύτερα.

- Ευχαριστώ πατέρα μου.

Τότε έγινε κάτι τρομερό. Ο πατέρας έγινε κάτασπρος από το φόβο του και άρχιζε να φωνάζει καθώς έβλεπε την κόρη του να μετατρέπεται σε θάμνο.

Ο πατέρας πέθανε από τη λύπη του και όλα τα παλικάρια που την είχαν ζητήσει για να τη παντρευτούν έφτασαν για να την χαιρετίσουν με δάκρυα στα μάτια. Γεια σου Ληγαριά Γεια σου Ληγαριά Γεια σου Ληγαριά φώναζαν όλοι τους με αναφιλητά Για να τη θυμούνται έπαιρνα μαζί τους ένα κλωνάρι και το φύτευαν στον τόπο τους. Έτσι ο θάμνος αυτός τώρα βρίσκεται σε πολλά μέρη. Λέγεται πως όσα παλικάρια τη χαρέτησαν παντρεύτηκαν καλές και όμορφες κοπέλες. Λένε ακόμα και σήμερα πως όποιος χαιρετά τη ληγαριά καλοπαντρεύεται.

<<Σου άρεσε η ιστορία>> με ρώτησε ο παππούς μόλις την τελείωσε. <<Ήταν υπέροχη>> του απάντησα.

- Παππού εγώ ήρθα να μου πεις για το ξένο που σε επισκεύτηκε χθες.

- Μα φυσικά, το είχα ξεχάσει, άκου λοιπόν...
adamhbl

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Η αποθήκη του παππού Ημέρα 5η


Μερικές φορές νιώθω ότι θέλω να φύγει το ταβάνι απ το δωμάτιό μου, να σβήσουν όλα τα φώτα και να αφεθώ στη μαγεία του νυκτερινού ουρανού. Το ίδιο μάλλον θα ένιωθε και ο παππούς μου όταν έφτιαχνε την αποθήκη του. Έτσι ακριβώς πάνω από την πόρτα άνοιξε ένα παράθυρο που κοιτά κατευθείαν στα αστέρια του ουρανού. Ο ήχος μιας βαριάς μηχανής διέκοψε αμέσως τις σκέψεις μου. Θα είναι το αγροτικό του θείου μου σκέφτηκα και βιάστηκα κλείσω την ετοιμόρροπη πόρτα της αποθήκης για να δω αν ήθελε βοήθεια. Συνήθως με έπαιρνε μαζί του όταν αγόραζε ένα καινούργιο άλογο. Του άρεσε να βλέπει τον ενθουσιασμό μου που ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό μου όταν αντίκριζα το νέο άλογο.
Αφού κλειδαμπάρωσα την πόρτα κατευθύνθηκα προς την ξέφραγη αυλή έξω απ το σπίτι του παππού Προς μεγάλη μου έκπληξη αντί για το αγροτικό ένα μεγάλο τζιπ άστραφτε κάτω από το πρωινό ήλιο. Σίγουρα θα ήταν ο άγνωστος που συνάντησα χτες, αμέσως με αυτή τη σκέψη τα λόγια του φούρναρη αντήχησαν σαν αντίλαλος μέσα στα αυτιά μου και χωρίς να ξέρω το λόγο ένιωσα πολύ φοβισμένος Μες στο πανικό μου το μυαλό μου γύριζε με χιλιάδες στροφές. Έπρεπε να μάθω περισσότερα για αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω δεν είναι σωστό να ανοίγεις ξένα αμάξια, ούτε να ψάχνεις τα πράγματα των άλλων, όμως... κλακ... η πόρτα του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτή και μάλλον θα ήταν η μοναδική ευκαιρία να συλλέξω μερικές πληροφορίες για τις προθέσεις του. Στη θέση του συνοδηγού ήταν αφημένα μερικά χαρτιά. Ένα εισιτήριο για την Τουρκία, η διεύθυνση μια φαρμακευτικής εταιρίας στη Τουρκία και ... μια δερμάτινη ατζέντα... την ανοίγω και ήταν γεμάτη τηλέφωνα. Πρόλαβα να γράψω μερικά τηλέφωνα πριν ακούσω το παππού μου να αποχαιρετά τον άγνωστο άντρα. Από τη βιασύνη μου έπεσα φαρδύς πλατύς στο χώμα και μες στην αμηχανία μου έκλεισα με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου.
- Τί συμβαίνει, τί κάνεις εκεί;
- Εεεε τίποτα.
- Και γιατί πειράζεις το αμάξι μου. (στρίγγλισε με την άχαρη φωνή του)
- Εε να είχατε ξεχάσει το παράθυρο απ το αμάξι ανοιχτό και μπήκε κατά λάθος μέσα μια κότα και την έβγαλα.
- Και πού είναι η κότα;
- Στη μάντρα (απάντησε ο παππούς, μη έχοντας καταλάβει προφανώς την άσχημη θέση μου).
- Με δουλεύετε;
- Στη μάντρα είναι η άλλη κότααα και εε εε αυτή η κότα τώρα έφυγε.
- Που να πάρει (συμπλήρωσε ο παππού που κατάλαβε την αμηχανία μου).
Ο ψηλός άντρας ετοιμάστηκε να μας πει κάνα δυο βαριές κουβέντες, αλλά πριν προλάβει να πει κιχ, το κινητό του άρχισε να χτυπά και με απίστευτη σβελτάδα το έπιασε και το έβαλε στο αυτή του και μαζεύτηκε σαν βρεγμένη... κότα.
- Ναι αφεντικό, μάλιστα αφεντικό, τον βρήκα αφεντικό, μιλήσαμε, ναι αφεντικό.
Δεν άκουσα τίποτα άλλο. Ο θόρυβος απ τη μηχανή που πήρε μπρος κάλυψε τη φωνή του. Έστριψε το τιμόνι και απομακρύνθηκε
<<Έλα μέσα>> μου φώναξε ο παππούς που ήδη περνούσε κάτω από το θεόρατο κλίμα του για να καθίσει στο σκαμπό της βεράντας του.
- Τί σε ήθελε παππού;
- Τί να με θέλει; Ανόητος άνθρωπος. Ούτε να μιλήσει δε μπορούσε. Με ρωτούσε μέσα απ το χαρτί, γραμμένα του τα είχανε!
- Παππού θέλω να μου πεις ακριβώς τι σε ρώτησε.
- Θα σου πω, αύριο όμως, τώρα πρέπει να ποτίσω τα λουλούδια γιατί ο μεσημεριανός ήλιος δεν είναι καλός για το πότισμα Πρέπει
- ...Να εκμεταλλευόμαστε τη πρωινή δροσιά, ξέρω, ξέρω.
- Αν θες μπορείς να με βοηθήσεις. Πιάσε αυτό το κουβά.
Ήταν ένα κουβάς χωμένος μέσα στο χώμα, πλάι στις πανέμορφες σαρδελιές. Τον τράβηξα απ το χώμα και... χιλιάδες πεταλούδες με φανταχτερά χρώματα πετάχτηκαν και γέμισαν τον ουρανό χορεύοντας το δικό τους νερό. Κοίταξα τον παππού και του χαμογέλασα. Ήξερε να με εντυπωσιάζει, να με κάνει να νιώθω ωραία.
- Θα τα πούμε αύριο, θα σου μαζέψω και άλλες.
- Ευχαριστώ.
Άνοιξα την αυλόπορτα για να φύγω, ενώ το νερό που πετούσε με πίεση από μακριά ο παππούς μου για να ποτίσει τις μυγδαλιές πέρα απ το φράχτη σχημάτισε ένα ουράνιο τόξο.
adamhbl

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

O κύριος άγνωστος Ημέρα 4η


Ο ήχος του κόκορα ήταν αρκετός για να χαλάσει τον άσχημο ύπνο μου. Το βράδυ ήταν πολύ ζεστό και τα τζιτζίκια πολύ επίμονα. Το πρωινό αεράκι έσπρωξε τα ξύλινα φύλα απ το παράθυρό μου και μια δέσμη φωτός μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου. Όλη η ζωντάνια του κόσμου που ακούγονταν να καλημερίζει ο ένας τον άλλον με έκανε να πεταχτώ απ το κρεβάτι. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού πάντα μου άρεσε. Γι αυτό άλλωστε συμπαθούσα το πρωινό ξύπνημα. Κάθε μέρα η ζεστασιά αυτής της μυρωδιάς με οδηγούσε ως την αυλόπορτα του σπιτιού μου, όπως και σήμερα. Τράβηξα το βαρύ παράτι, πήρα μια βαθιά ανάσα κοιτώντας την ανατολή και ξεκίνησα για το φούρνο. Όταν έφτασα τα καρβέλια ήταν βαλμένα σε μεγάλα πανέρια και ο κυρ Παναγιώτης ξεκουράζονταν πάνω σε ένα κομένο κορμό δέντρου, που το είχε κάνει σκαμπό κρατώντας το κοντάρι με το οποίο σπρώχνει το ψωμί στο φούρνο.
- Καλημέρα κυρ Παναγιώτη.
- Καλημέρα και σε εσένα. Τί κάνεις;
- Καλά, βάλτε μου ένα κιλό ψωμί σταρένιο ζυμωτό. Ο κυρ Παναγιώτης έβαλε το ψωμί μέσα σε μια χάρτινη σακούλα και μου έγνεψε να πάω να μου μιλήσει μέσα στο δωμάτιο που υπήρχε ο ξυλόφουρνος.
- Παιδί μου σήμερα ήρθε ένας πολύ παράξενος άνθρωπος και ζητούσε να μάθει για τον παππού σου. Κάτι μου έλεγε για λήμνια γη, για θησαυρό, για άρες μάρες κουκουνάρες, πρόσεχε. Με ρωτούσε που μένει, δε του είπα γιατί με φόβησε. Τώρα κάθεται στο καφενείο. Πέρνα να τον δεις.
- Ευχαριστώ κυρ Παναγιώτη.
- Τί είναι η Λήμνια γη ; Εσύ πας σχολείο και θα ξέρεις.
- Είναι ένα είδος χώματος που βγαίνει μόνο στο νησί μας και έχει θεραπευτικές ιδιότητες
Ο πλακόστρωτος δρόμος με οδήγησε κατευθείαν στην πλατεία του χωριού. Το καφενείο ήταν γεμάτο κόσμο, που μώλις είχε τελειώσει τις πρωινές εργασίες. Άλλος ασχολείται με τις κότες, άλλος πήγε να αρμέξει, άλλος να κλαδέψει το αμπέλι του. Ήταν όλοι εκεί: ο κυρ Άγγελος, ο κυρ Παντελής, ο κυρ Αντρέας, ο βουβός και ανάμεσά τους ένας άγνωστος. Ο άγνωστος για τον οποίο μου μιλούσε ο φούρναρης. Ο ίδιος φαινόταν άνετος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δε μπορώ βέβαια να πω το ίδιο και για τους υπόλοιπους. Ήταν σαν να είχαν καταποιεί τη γλώσσα τους. Τί να πουν; Και αν ο ξένος ήταν κάνας <<γραμματιζούμενος>> και τους έλεγε χωριάτες όταν άκουγε για το πρωινό άρμεγμα ή για την <<άτιμη την παλιόκοτα>> που δε <<κλωσά>> τα <<έρμα>> τα αυγά. Όλοι ένιωθαν ότι όφειλαν να δείξουν ανώτερο πολιτισμό. Άλλωστε το νέο ξενοδοχείο το Varos Village δε τους άφηνε περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Τέλος έπρεπε να αλλάξουν, να γίνουν σαν τους <<πρωτευουσιάνους>>.
Ο άγνωστος ,λοιπόν κάθονταν ήρεμος και έπινε το καφέ του κιτώντας το κινητό του. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος με μεγάλη καλάφρα και τεράστια γυαλά ηλίου. Το πρόσωπό του (όσο είχε μείνει απ το γυαλί) φαινόταν σκοτεινό. Ξαφνικά στράφηκε προς την παρέα του κυρ Χρήστου τους κοίταξε και ρώτησε με μεγάλη βαριά φωνή. <<Πού μένει ο κυρ Χαράλαμπος;>>. Σκέφτηκα να τρέξω, να φωνάξω μη του πείτε τίποτα, αλλά ο κυρ Χρήστος τον ενημέρωσε δυστυχώς με το νι και με το σίγμα
adamhbl

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

ο πρωινός καφές Ημέρα 3η


Η σημερινή μέρα ξεκίνησε με μία κούπα ζεστό καφέ που μου πρόσφερε ο παππούς μου στην όμορφη αυλή του σπιτιού του. Μιλήσαμε για διάφορα θέματα όπως για τις καλλιέργειες του σιταριού, για το μάζεμα του μπαμπακιού, για τα ατέλειωτα πανηγύρια και τους αξέχαστους χορούς, που ακόμα παραμένουν ζωντανοί μετά από τόσα χρόνια. Βρήκα την ευκαιρία λοιπόν να τον ρωτήσω και για το παλιό αρχοντικό.
- Παππού τί ξέρεις γι αυτό το σπίτι;
- Εγώ το νόησα αυτό το σπίτι (το οποίο σημαίνει ότι από τότε που ξέρει τον εαυτό του αυτό το σπίτι υπήρχε). Πρέπει να είναι πάνω από 200 χρόνια χτισμένο
- Ποιός το έφτιαξε;
- Δε ξέρω. Στα νιάτα μου το είχε ο Γεώργιος Φωτιάδης. Είχε καφενείο και έκανε και τον κουρέα Τον ήξερα αυτό τον άνθρωπο γιατί με έπαιρνε για εργάτη στα χωράφια του. Είχαμε γίνει φίλοι, τραβούσαμε κρασί...
- Μετά τι έγινε;
- Μετά το σπίτι το πήρε η κόρη του η Ευλαβία, η οποία ήταν δασκάλα - 40 παιδέλια είχε στο Προπούλη. Αυτή παντρεύτηκε ένα πρόσφυγα είχαν ρθει τότε το 22 -.
- Ποιός ήταν;
- Κοντέλη τον λέγαν ήταν και αυτός δάσκαλος, πρέπει να κανε και στο χωριό μας κάνα-δυο χρόνια.
- Τώρα γιατί δε μένει κανείς;
- Όταν τα παιδιά τους πήγαν γυμνάσιο μετακόμισαν στην Μύρινα για να είναι κοντά στο σχολείο των παιδιών.

Αυτές τις πληροφορίες κατάφερα να συλλέξω για το παλιό σπίτι από τον παππού μου. Ωστόσο νομίζω ότι όσες πληροφορίες και αν συγκεντρώσει κανείς για αυτό το σπίτι, ποτέ δε θα καταφέρει να απομακρύνει το μυστήριο που το τυλίγει. Την κουβέντα μας διέκοψαν οι κυρίες της κατοίκων νοσηλείας. Έρχονται κάθε εβδομάδα για να μετρήσουν την πίεση του παππού. Είναι μια ιδιαίτερη μέρα για τον παππού. Προετοιμάζεται ήδη από την προηγούμενη μέρα και μένει νηστικός μέχρι να έρθουν, για να μετρηθεί η πίεσή του.  
adamhbl


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Απέναντι η παιδική χαρά... Ημέρα 2η



Απέναντι από αυτό το παλιό αρχοντικό βρίσκεται η παιδική χαρά του χωριού. Θυμάμαι, ότι, όταν ήμασταν μικρότεροι, συνηθίζαμε να συγκεντρωνόμαστε εκεί να και να παίζουμε κρυφτό. Η αλήθεια είναι ότι αυτό γινόταν τον Σεπτέμβρη, όταν είχαμε βαρεθεί το <<γήπεδο>>, στο οποίο παίζαμε κάθε μέρα. Λόγω της τοποθεσίας του, λοιπόν, το παλιό αρχοντικό γινόταν συχνά η καλύτερη κρυψώνα.
Σήμερα, βέβαια, στο παλιό αρχοντικό δεν είχα κρυφτεί ούτε εγώ, αλλά ούτε κάποιος από τους παλιούς μου φίλους. Σήμερα αποφάσισαν να παίξουν κρυφτό τα κοτοπουλάκια. Από ποιόν κρύφτηκαν; Μα απ’ τον παππού μου, φυσικά, που δε μπορεί να βρει  τρόπο να τα πιάσει.  
Όταν ξεκίνησα από το σπίτι ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πιάσω κάποιο από αυτά. Οι φωνές τους ακούγονταν μέσα στην αυλή του παλιού σπιτιού, η οποία ήταν γεμάτη από ξερά χόρτα, πέτρες και ξύλα. Παρολ’ αυτά δε μπορούσα να μη πάω, ήταν θέλημα του παππού.
Χρειάστηκε να μπω μέσα στην αυλή από τα πλαϊνά κάγκελα, τα σκαλιά που οδηγούσαν στην αυλόπορτα δεν υπήρχαν πλέον. Καταστράφηκαν τότε που αποφασίστηκε ότι ήταν αναγκαίο να διευρύνουν το δρόμο που περνούσε μπροστά από το σπίτι . Παραμέρισα το άγριο τριφύλλι, έπιασα τα σκουριασμένα κάγκελα και με ένα σάλτο βρέθηκα μέσα. Κράτησα για λίγο την αναπνοή μου και αφουγκράστηκα. Δε μπορούσα να ακούσω τίποτα άλλο εκτός από τα τιτιβίσματα των πουλιών και το οξύ, γαργαλιστικό τραγούδι του τζιτζικιού. Ίσων να έχουν κρυφτεί στις παλιές τουαλέτες σκέφτηκα.
Παλιά οι τουαλέτες βρίσκονταν έξω από το σπίτι, τοποθετημένες όσο το δυνατόν πιο απόμακρα, ώστε να περνάνε απαρατήρητες από τους επισκέπτες και τους περαστικούς. Το ίδιο απαρατήρητη περνούσε και η τουαλέτα αυτού του παλιού αρχοντικού, χτισμένη στην άκρη της αυλής και σκεπασμένη με το πυκνό φύλλωμα της γέρικης συκιάς.
Πλησίασα και κοίταξα μέσα. Χρειάστηκε να περιμένω αρκετά λεπτά για να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι. Όταν πλέον μπορούσα να διακρίνω τα αντικείμενα στο εσωτερικό της είδα ότι πέρα από σκόνη και ιστούς αράχνης δεν είχε τίποτα άλλο. Κοίταξα σε κάθε γωνία, αλλά κανένα κοτοπουλάκι δεν ήταν εκεί.
Αποφάσισα να φύγω. Ίσως να μην υπήρχαν πλέον τα κοτοπουλάκια. Δεν είχε νόημα να τα ψάχνουμε. Έριξα μια τελευταία ματιά. Από το σπασμένο παράθυρο το λιγοστό φως που έμπαινε χτυπούσε πάνω στη σκόνη και δημιουργούσε μία δέσμη φωτός. Θυμήθηκα τις ιστορίες με το ουράνιου τόξο και το θησαυρό, που βρίσκεται στο τέλος του. Πάντα ήθελα να ακολουθήσω το ουράνιο τόξο και να κερδίσω το πιθάρι με το χρυσό.
Ανεπαίσθητα, χαμένος μέσα στην ανάμνηση του παραμυθιού το μάτι μου ακολούθησε την πορεία της φωτεινής δέσμης και κατέληξε στο σκονισμένο πάτωμα. Μία λάμψη τράβηξε την προσοχή μου στο σημείο ακριβώς, που κατέληγε η δέσμη. Έσκυψα και άπλωσα το χέρι μου. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα ήταν κάποιο γυαλί, αλλά κάτι με έκανε να συνεχίσω την κίνησή μου. Πείρα στο χέρι μου το αντικείμενο που έλαμπε και βγήκα έξω για να το περιεργαστώ. Το σήκωσα ψηλά γυρίζοντάς το στον ήλιο και μόλις το είδα το έβαλα αμέσως μέσα στην τσέπη μου με μια απότομη κίνηση.
Εκείνη τη μέρα όλοι μου έκανα παρατήρηση για το γεγονός ότι είχα συνέχεια το χέρι μου στην τσέπη. Απλά ήθελα να σιγουρευτώ ότι ήταν εκεί... Η μόνη απόδειξη για υποψίες και ελπίδες που χρόνια έτρεφα....

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

το σπιτάκι ημέρα 1η

Στην πρώτη μου περιπλάνηση στο Βάρος τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Αυτό το παλιό αρχοντικό ήταν το αντίπαλο και κατά καιρούς συμμαχικό σπιτάκι. Και όταν λέμε σπιτάκι δεν εννούμε κάτι άλλο παρά από ένα τόπο που σαν παιδιά οριοθετούσαμε και προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε, να ομορφίνουμε, να εξερευνίσουμε. Ήταν γενικά το στέκι μας, όπου περνούσαμε τις καλοκαιρινές διακοπές μας. Αυτό το σπιτάκι που φαίνεται στην εικόνα φιλοξενούσε το Γιώργο κυρίως και κατά καιρούς διάφορα άλλα παιδιά του χωριού. Το παιχνίδι βέβαια γίνονταν έξω από το σπίτι στη μικρή αυλή. Το παιχνίδι συνήθως περιελάμβανε την κατασκευή φαγητών από λάσπη και μάλιστα κυρίως τυριών. Τα αυτοσχέδια φουρνάκια από τούβλα ήταν επίσης πολύ δημοφιλή. Τα τούβλα τα πέρναμε από τα μισογγρεμισμένα σπίτια τα οποία αυθονούν στο Βάρος. Πρόσφατα ο Γιώργος μου είπε ότι μπήκε για πρώτη του φορά στο εσωτερικό του παλιού σπιτιού. <<Ο κάτω όροφος δε διαφέρει σε τίποτα από αυτόν ενός εγκαταλελειμένου σπιτιού>> μου είπε. <<Αυτό που με εντιπωσίασε ήταν ο δεύτερος όροφος... Μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία, όμορφες πολυθρόνες και ένα τζάκι που ακόμα θύμιζε κάτι από την παλιά του αίγλη>> <<Όπως μου τα λες είναι σαν...>><<Σαν να μη πάτησε κανείς το πόδι του εκεί από τότε που έφυγαν. Ναι μάλλον έτσι πρέπει να είναι. Πάνω στο τραπέζι ένα βιβλίο ανοικτό και το τραπεζομάντιλο στρωμένο>>.

<<Γεια σας παιδιά >> Μας διέκοψε ο αδερφός μου <<Τί κάνετε?>>.

Το βλέμα του Γιώργου είχε παραμείνει απλανές όταν χωριστήκαμε.....